Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΙΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Aν και όχι χωρίς εμπόδια και δυσκολίες, τελικά επικράτησε το αυτονόητο και η λογοτεχνία, που αποτελεί ως γνωστόν το έτερο σκέλος του γλωσσικού μαθήματος στο σχολείο, συμπεριελήφθη ως εξεταζόμενο αντικείμενο στις Γενικές Εξετάσεις όλων των κατευθύνσεων. Η θετική κατάληξη δεν ήταν μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά ορθή και επιβεβλημένη. Πρόκειται για την εξέταση στο γλωσσικό μάθημα, στην ελληνική γλώσσα και η λογοτεχνία συνιστά βέβαια την καλύτερη εκδοχή της νεοελληνικής γλώσσας, τη γνησιότερη έκφραση νεοελληνικού λόγου, άρα συνιστά και το πρώτης ποιότητας μορφωτικό αγαθό στην προκειμένη περίπτωση.

Η λογοτεχνία έχει το πλεονέκτημα να λειτουργεί αφ' εαυτής και δε χρειάζεται το δεκανίκι των εξετάσεων για να ενισχύσει το κύρος της. Λάμπει από μόνη της. Δυστυχώς όμως, στην  τελευταία τάξη του λυκείου αυτό που δεν εξετάζεται ούτε διδάσκεται ούτε ακούεται. Δια των Εξετάσεων λοιπόν αναγκάζονται τρόπον τινά οι τελειόφοιτοι να κρατήσουν επαφή με τη λογοτεχνία. Είναι πάντως βέβαιο ότι δε θα πάθουν κανένα κακό οι υποψήφιοι των θετικών και των τεχνολογικών κατευθύνσεων από την επαφή αυτή. Μόνο ωφέλεια θα έχουν. Εξάλλου η λογοτεχνία δεν είναι περιουσία των θεωρητικών. Η νεοελληνική λογοτεχνία ανήκει σε όλους τους 'Eλληνες.

Αφού η λογοτεχνία ανήκει σε όλους και αφού εξετάζεται πλέον μαζί με τη γλώσσα σε όλες τις κατευθύνσεις, είναι προφανές ότι δεν πρέπει να εξετάζεται (ούτε να διδάσκεται) ως μάθημα ειδικών γνώσεων Ιστορίας ή Θεωρίας της Λογοτεχνίας ή Ποιητικής Γραμματικής. Σ' αυτές τις εξετάσεις θα πρέπει να ζητείται απλώς η γνώμη, η κρίση, η άποψη, το σχόλιο του υποψηφίου σε σχέση με το δοθέν ποίημα ή πεζό. Οι Γάλλοι σε ανάλογες εξετάσεις ζητούν συνήθως commentaire composé, δηλαδή ένα συνθετικό σχολιασμό, σύνθεση ενός κειμένου από τον υποψήφιο που θα αποτελεί τρόπον τινά απάντηση/αντίδραση στο ερέθισμα που δέχτηκε από το λογοτεχνικό κείμενο.

Ουσιαστικά δηλαδή ζητείται μια μικρή έκθεση επικεντρωμένη στο λογοτεχνικό κείμενο ή η απάντηση σε μια δυο ερωτήσεις  επ’ αυτού σε σχέση με τη γλώσσα και τη σκέψη του, σε επίπεδο μέσου εγγράμματου αναγνώστη, του οποίου ανιχνεύουμε την πνευματική συγκρότηση. Και η βαθμολογία; Θα ρωτούσε κάποιος. Επιτέλους, αν ένας φιλόλογος ασκημένος κατά τεκμήριο και κατ’ επάγγελμα στην ανάγνωση κειμένων, δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει το επίπεδο και την ποιότητα λόγου και σκέψης ενός μαθητικού κειμένου, δεν θα πρέπει να είναι βαθμολογητής, ίσως δεν θα έπρεπε να είναι και φιλόλογος.

 

Κώστας Μπαλάσκας


Νέα Παιδεία (2015), τεύχος 153