ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΗΜΗ ΑΛΛΑΓΗ…

Να είναι μια προσδοκία καταδικασμένη στη ματαίωση η προοπτική ενός άλλου σχολείου; Μήπως τελικά δεν μπορούμε να προσπαθήσουμε συλλογικά να αλλάξουμε το σχολείο μακριά από συνθήματα και μικροπολιτικές σκοπιμότητες; Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε τις πρόσφατες αλλαγές στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας; Γιατί φάνηκε πως οι όποιοι λόγοι επέβαλαν αυτές τις αλλαγές κατάφεραν να επισκιάσουν τη συστηματική προσπάθεια μιας σοβαρής προσέγγισης που γινόταν τον τελευταίο χρόνο στο συγκεκριμένο υπουργείο. Γιατί ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις ή και τις αντιρρήσεις που θα μπορούσε κάποιος να έχει σε επιμέρους επιλογές, ίσως ακόμη και σε κομβικά  σημεία της εκπαιδευτικής πολιτικής που σταδιακά διαμορφωνόταν, κανείς δεν μπορεί να επικρίνει τον κ. Φίλη και την επιτελική του ομάδα για βιασύνες ή για προσωπικές στρατηγικές. Λίγες είναι πραγματικά οι φορές που επιχειρήθηκε ένας τόσο προσεκτικός σχεδιασμός: οργανώθηκε ένας διάλογος, που όπως φάνηκε δεν ήταν προσχηματικός· συγκροτήθηκαν ομάδες που κατέληξαν σε συγκεκριμένες προτάσεις με βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα· αντιμετωπίστηκαν άμεσα σοβαρά ζητήματα του σχολείου, όπως η περικοπή της ύλης που απελευθερώνει την εκπαιδευτική πράξη από ασφυκτικούς περιορισμούς· ενισχύθηκε, έστω και σε μικρό βαθμό, η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας· σχεδιάστηκε με μεγάλη προσοχή και υλοποιήθηκε άμεσα η εκπαίδευση των προσφυγόπουλων με τρόπο υποδειγματικό σε μια πολύ δυσμενή συγκυρία. Ποιος θα πίστευε ότι ένα τόσο ακανθώδες ζήτημα και μάλιστα σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο θα μπορούσε να διευθετηθεί τόσο αποτελεσματικά και κυρίως με μια προοπτική σταδιακής και ομαλής ένταξης των παιδιών αυτών στην εκπαίδευση αλλά και στην κοινωνία;

Και όλα αυτά με ένα σαφές πολιτικό στίγμα. Με δεδομένη και έκδηλη την άποψη ότι η εκπαιδευτική διαδικασία δεν είναι ούτε πολιτικά ούτε ιδεολογικά ουδέτερη. Μια επιλογή που είναι φυσικό να οδηγήσει σε πολιτικές συγκρούσεις. Συγκρούσεις, που, έστω και εάν κάποιες φορές χρειάζεται να αμβλύνονται με διάφορους πολιτικούς ελιγμούς, είναι απαραίτητες, όταν επιδιώκουμε ανατροπές και ρήξεις. Και ας μην εθελοτυφλούμε. Το σημερινό σχολείο μόνο με ριζικά μέτρα μπορεί να προχωρήσει. Μέτρα που δεν θα επιβληθούν, αλλά θα προκύψουν μέσα από συνεργασία με την εκπαιδευτική κοινότητα. Μέτρα μακροπρόθεσμα, που χρειάζονται σταδιακό σχεδιασμό, πιλοτική εφαρμογή και αξιολόγηση. Αλλά θα είναι μέτρα δραστικά. Και σε αυτή την προοπτική φαινόταν να κινείται η πολιτική ηγεσία του υπουργείου αλλά και οι επιστημονικοί φορείς που την πλαισίωναν, όπως το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής     

Για αυτό και η επιλογή της αλλαγής της ηγεσίας του υπουργείου παιδείας μας δημιουργεί φόβους. Σύντομα βέβαια θα φανεί αν πρόκειται για πολιτικό ελιγμό σε μια δύσκολη πραγματικά συγκυρία ή για αλλαγή προσανατολισμού και στόχευσης. Σε συμβολικό όμως επίπεδο η συγκεκριμένη αλλαγή παραπέμπει σε αναδίπλωση, αν όχι οπισθοχώρηση απέναντι σε μια εκκλησιαστική εξουσία, που αρνείται πεισματικά να δεχθεί την όποια αμφισβήτηση του κυριαρχικού και παρεμβατικού της ρόλου στα εκπαιδευτικά μας πράγματα. Μια Εκκλησία έτοιμη να υψώσει και πάλι τα «λάβαρα της επανάστασης», προκειμένου να μην παραχωρήσει ούτε ένα ψήγμα της προνομιακής θέσης που εδώ και αιώνες έχει κατοχυρώσει στην εκπαίδευση. Μια Εκκλησία που με τη στάση της αλλά και τις διεκδικήσεις της δείχνει να μην αναγνωρίζει το κατοχυρωμένο συνταγματικά δικαίωμα της ανεξιθρησκίας. Και σε αυτόν τον κηρυγμένο πια πόλεμο η πολιτεία μοιάζει να υποχωρεί ανακόπτοντας, ελπίζω πρόσκαιρα, την δυναμική μιας μεταρρύθμισης που έδειχνε να σχεδιάζεται με υπευθυνότητα και με σταδιακά αλλά σταθερά και σαφώς προσδιορισμένα βήματα. Για αυτό και είναι δύσκολο να αποδεχτούμε μια τέτοια υποχώρηση ακόμη και αν την θεωρήσουμε στρατηγικό ελιγμό. Πώς είναι δυνατόν να αφήνεται μετέωρη μια τέτοια προσπάθεια, με τρόπο που είναι πιθανόν να οδηγήσει όχι μόνο στην υπονόμευσή της αλλά και στην ακύρωσή της;        

Και αισθάνομαι την ανάγκη, μετά την αρχική αμηχανία, να διατυπώσω αυτόν τον προβληματισμό μου και τις επιφυλάξεις μου, που βέβαια δεν εκκινούν από μια κριτική στάση απέναντι στην ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική, ούτε βασίζονται στην νεοφιλελεύθερη ρητορική που εμφανώς ή με έμμεσο τρόπο αξιοποιείται από όσους επιχαίρουν για την «δικαίωση» τους με την παύση του κ. Φίλη. Δεν πρόκειται για μια ευκαιριακή κριτική, που επιδιώκει να στηρίξει την ευρύτερη αντιπολιτευτική ρητορική. Δεν υπερασπίζομαι άλλωστε τον επανεσκήψαντα παγκόσμιο λόγο της διάκρισης, που ως φυσικοποιημένος πλέον και με διάφορα προσωπεία αναπαράγεται ποικιλοτρόπως στη χώρα μας. Απλώς συνεχίζω να πιστεύω ότι το σχολείο μπορεί να γίνει ένας χώρος, όπου θα αναγνωρίζουν αλλά και αρθρώνουν τη φωνή τους όλα τα παιδιά. Όχι ένας χώρος κατήχησης και προσηλυτισμού, που θα αποτρέπει, θα διακρίνει και θα αποκλείει, αλλά ένας επιτρεπτικός χώρος, όπου θα μπορούν να εκφραστούν ακόμη και αντιπαρατιθέμενες διάφορες και διαφορετικές απόψεις, θέσεις, οπτικές αλλά και πολιτισμικές πρακτικές. Δεν μπορεί το σχολείο να (περι) ορίζεται από τις ποικίλες εξουσίες, είτε είναι εκκλησιαστικές είτε οικονομικές, ούτε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μόνο της αγοράς, λειτουργώντας ως διανεμητικό και επιλεκτικό σύστημα  με όρους αποδοτικότητας και ελέγχου. Προσβλέπουμε σε ένα σχολείο που δεν θα εξαντλεί την ευελιξία του στην επινόηση και την παροχή δεξιοτήτων για τους μελλοντικούς απασχολήσιμους μιας συγκεντρωτικά οργανωμένης αγοράς εργασίας.  Ένα σχολείο που θα διευρύνει τις πολιτισμικές ορίζουσες ενδυναμώνοντας τους μελλοντικούς πολίτες σε μια προοπτική διεκδίκησης μιας διαφορετικής κοινωνίας, με ένα όραμα που θα μπορεί να συγκροτείται στο πλαίσιο της ίδιας της κοινότητας μέσα από στοχαστικές πρακτικές, ατομικές αλλά και συλλογικές.

Και θα θέλαμε να διατηρούμε τις προσδοκίες ότι ένα τέτοιο όραμα είναι εφικτό, έστω και εάν η υλοποίησή του συναντά, όπως φάνηκε, ποικίλα  προσκόμματα. Έστω και εάν οι ποικιλώνυμες ματαιώσεις μας ωθούν σε παραίτηση. Οφείλουμε να συνεχίσουμε να προσπαθούμε έστω και με μικρές ρωγμές, ώστε να καταστήσουμε το ανέφικτο εφικτό. Να κρατήσουμε την προσδοκία ζωντανή.      

Βασίλης Τσάφος


Νέα Παιδεία (2016), τεύχος 160