Αλέξης Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Το Ανακοπτόμενο Άλμα. Τάσεις και Αντιστάσεις στην Ελληνική Εκπαίδευση 1833-2000. Αθήνα: Μεταίχμιο, 2013.  

Με την παρούσα Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης ο Αλέξης Δημαράς ρίχνει φως στις αδυναμίες της ελληνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Πρόκειται για  μια μονογραφία μετά θάνατον δημοσιευμένη, που καλύπτει θεματικά την ιστορία της ελληνικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε χρονικό διάστημα δύο αιώνων, από την περίοδο της Βαυαροκρατίας έως και το τέλος του εικοστού αιώνα (1833-2000). Η προκείμενη επιστημονική μελέτη διαρθρώνεται σε εφτά κεφάλαια και περιλαμβάνει χρονολογικά διαγράμματα και εικόνες, καθώς η επιμελήτρια του βιβλίου Βάσω Βασιλού-Παπαγεωργίου, στον πρόλογο που προηγείται της εισαγωγής, περιγράφει τη διαδικασία δημοσίευσης του παρόντος τόμου μετά την απώλεια του Αλέξη Δημαρά.                                

Στο εισαγωγικό κεφάλαιο (1833-1856) παρουσιάζονται εκτενώς οι πρώτες διαδικασίες του ελληνικού κράτους στην προσπάθεια διαμόρφωσης της σχολικής εκπαίδευσης. Κατ’ αρχήν, το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδας είχε ως πρότυπο το εκπαιδευτικό σύστημα της Πρωσίας,  ενώ ο προσανατολισμός του ήταν περισσότερο ουμανιστικός, από τη στιγμή που η αρχαία ελληνική γραμματεία διδάσκονταν ήδη από το δημοτικό σχολείο. Επιπλέον, οι δάσκαλοι δεν είχαν σταθερό μισθό, έτσι έπρεπε να πληρώνονται σύμφωνα με τον αριθμό των εγγεγραμμένων μαθητών, και η κύρια μέθοδος διδασκαλίας που χρησιμοποιείτο ήταν η αλληλοδιδακτική (πρόκειται για τη μέθοδο “Bell-Lancaster” που εφαρμοζόταν στην Ελλάδα από το 1830 έως το 1880, παρά τις αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά της).

Το δεύτερο κεφάλαιο (1857-1894) περιγράφει τις ασυνήθιστα επικίνδυνες σχολικές συνθήκες κατά το δεύτερο μισό του δέκατου-ένατου αιώνα. Εκείνη την εποχή, η πλειοψηφία των σχολικών κτιρίων είχαν καταγραφεί ως ακατάλληλα για διδασκαλία, ο αριθμός των μαθητών που παρακολουθούσε τα μαθήματα σε ημερήσια βάση μειωνόταν διαρκώς και τα κορίτσια παρακολουθούσαν σπάνια. Όλα τα παραπάνω δεδομένα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι μαθητές έπρεπε να πληρώνουν δίδακτρα, δημιούργησαν ένα εκπαιδευτικό χάσμα. Ακόμη, οι δάσκαλοι την ίδια ακριβώς περίοδο άρχισαν παράλληλα ιδιαίτερα μαθήματα, προκειμένου να λαμβάνουν επιπλέον αμοιβή από τους ίδιους τους μαθητές τους. Στην προσπάθεια να ελαττωθεί το ποσοστό της μαθητικής διαρροής, ο Γιάννης Πανταζίδης άρχισε να διδάσκει Παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στα τέλη της δεκαετίας του 1870. Αυτή ήταν μια περίοδος παρακμής, καθώς τα σχολεία λειτουργούσαν στα όρια της ανοχής της ελληνικής κοινωνίας, κι ως εκ τούτου ήταν επιτακτικό για την επίσημη πολιτεία να αναλάβει ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες.

Το τρίτο κεφάλαιο (1895-1916) επισημαίνει τη σημαντικότητα του εκπαιδευτικού νόμου για την αποκέντρωση, που θεμελιώθηκε από την κυβέρνηση του Θεόδωρου Δεληγιάννη στις 3 Σεπτεμβρίου 1895. Σύμφωνα με τον προκείμενο νόμο, τα τοπικά συμβούλια αναλάμβαναν τη διοικητική υποστήριξη των σχολείων. Η ίδια κυβέρνηση ακόμη εισήγαγε τη διδασκαλία της νέας ελληνικής και μείωσε τον αριθμό των ετών στο δημοτικό σχολείο  –τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση Δεληγιάννη ήταν εν χρήσει για αρκετές δεκαετίες στη συνέχεια. Εν τω μεταξύ, σχηματίζεται ο Εκπαιδευτικός Όμιλος (1910-1927), που απαρτιζόταν από σημαντικά ονόματα, όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, παρά τη σύντομη παρουσία του, εξαιτίας των εξωγενών παραγόντων συνάντησε πολιτικές διώξεις, που συνέτειναν στο αδιέξοδο της ελληνικής πολιτικής για την εκπαίδευση κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα.

Το τέταρτο κεφάλαιο (1917-1928) περιγράφει τη στασιμότητα της ελληνικής εκπαίδευσης κατά τη δεκαετία του 1920. Παρά το γεγονός ότι την ίδια εποχή ιδρύθηκαν η πανελλήνια Ένωση Διδασκάλων (1922) και η πανελλήνια Ένωση Καθηγητών (1924), αντίστοιχα εξαιρετικά εγχειρίδια, όπως τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, είχαν ενταχθεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αρχικά, η περίοδος αυτή στιγματίζεται από την εκστρατεία στη Μικρά Ασία. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, πολλοί πρόσφυγες έγιναν δάσκαλοι, μολονότι ελάχιστοι ήταν  καταρτισμένοι κι ακόμη η μελέτη της κλασικής γραμματείας εντάχθηκε ξανά στο σχολικό πρόγραμμα. Επίσης, σημαντικός αριθμός ιδιωτικών κολλεγίων ιδρύθηκαν σε όλη τη χώρα, ανάμεσά τους το Pierce College (Αθήνα 1923) και το «Ανατόλια» (Θεσσαλονίκη 1925).  Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1926 σε αναπλήρωση του κενού που άφησε το Πανεπιστήμιο Αιγαίου της Σμύρνης, που δεν λειτούργησε ποτέ εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής.               

Το πέμπτο κεφάλαιο (1929-1950) αναλύει τις αλλαγές στα κοινωνικά και πολιτικά επίπεδα, πριν, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, η κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου αναδιαμόρφωσε την ελληνική εκπαίδευση, εισάγοντας τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γραμματείας από μετάφραση και θεμελίωσε επίσης το θεσμό των πειραματικών σχολείων (1928-1932). Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου και του ελληνικού Εμφύλιου πολέμου, περίπου 3.500 δάσκαλοι απολύθηκαν (το 20% του συνόλου), εξαιτίας των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων τους.                        

Το έκτο κεφάλαιο (1951-1974) αναφέρεται στην περίοδο ανασυγκρότησης και των οικονομικών δυσχερειών που συνάντησε η εκπαιδευτική κοινότητα μεταπολεμικά έως την κατάρρευση της δικτατορίας. Η μεγάλη Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση (1964) που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Γεώργιου Παπανδρέου, προώθησε την δωρεάν εκπαίδευση και την ισόρροπη διδασκαλία ανάμεσα στη δημοτική και την καθαρεύουσα. Σύμφωνα με τη Μεταρρύθμιση του 1964, το γυμνάσιο και το λύκειο ήταν σε τριετή κανονική βάση και το σχολικό πρόγραμμα έδινε έμφαση στις θετικές επιστήμες.  Αντιστρόφως, η χούντα (1967-1974) ενίσχυσε την επαγγελματική εκπαίδευση, ακυρώνοντας την πλειοψηφία των μέτρων της κυβέρνησης Παπανδρέου και επέβαλε την καθαρεύουσα.               

Το έβδομο κεφάλαιο (1975-2000), τέλος, καλύπτει την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στην εξέλιξη του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος συνετέλεσαν η υπάρχουσα μορφή της ελληνικής γλώσσας, που χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο στην εκπαίδευση, αλλά και τη δημόσια διοίκηση. Έκτοτε, η Νεοελληνική Κοινή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη δημοτική, αλλά στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό στη δημοτική, και αποτελεί από το 1976, την επίσημη γλώσσα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η συντηρητική παράταξη ανήλθε στην εξουσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εισαγωγή νέων μαθημάτων στο επίσημο πρόγραμμα του δημοτικού σχολείου, όπως η αγγλική γλώσσα και η μουσική, καθώς επίσης εισήχθη εκ νέου η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο. Τα αρχαία ελληνικά ως αποτέλεσμα από το 1993 και εξής διδάσκονται στο γυμνάσιο και στο λύκειο, δηλαδή οι Έλληνες μαθητές μελετούν την αρχαία γραμματεία από την ηλικία των 12 έως 18 ετών.   

Τούτο το τελευταίο κεφάλαιο, όπως προγραμματικά είχε ανακοινωθεί, είναι σαφώς πιο εκτεταμένο, κάνοντας τη δομή του βιβλίου άνιση και αυτό είναι ένα από τα ελάσσονα μειονεκτήματα αυτού του τόμου. Η χρήση των ενδοκειμενικών βιβλιογραφικών αναφορών αποτελεί ένα πρότυπο για τη χρήση των αναφορών εντός του κειμένου, χωρίς αντίστοιχο παράλληλο στη βιβλιογραφία. Πρόκειται για μια διφορούμενη χρήση των παραπομπών, επειδή οι αριθμοί εμποδίζουν την απρόσκοπτη ροή της ανάγνωσης. Η προρρηθείσα τεχνική, που εν μέρει αντικαθιστά τις υποσημειώσεις, καθοδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ξεφύλλισμα του βιβλίου σελίδα προς σελίδα, έτσι ώστε να υπάρχει άμεση εμβάθυνση και προσέγγιση του εκάστοτε θέματος υπό συζήτηση.            

Προκύπτει συνεπώς ότι η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι ένα αμάγαλμα της αντιφατικά διαμορφωμένης ιστορίας της. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κατά κύριο λόγο βασίζεται στις θεωρητικές σπουδές, ενώ η διδασκαλία των θετικών επιστημών επικεντρώνεται μόνο στη θεωρία και όχι στην πράξη. Η έλλειψη εργαστηρίων στα ελληνικά σχολεία συνεπάγεται τη μονομέρεια στη θεωρητική κατάρτιση και την απουσία του βασικού μέρους της θετικής κατεύθυνσης, που είναι το πείραμα και η πρακτική εξάσκηση. Οι κοινωνικές επιστήμες παραμένουν ακόμη μέχρι σήμερα ένα πεδίο περιθωριακό στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, σχεδόν στην αφάνεια.   

Ωστόσο, το τοπίο στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση διαμορφώνεται διαφορετικά. Πολλά καινούρια πανεπιστήμια έχουν ιδρυθεί, ειδικότερα με την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παραδόξως, η πλειοψηφία των νεώτερων ελληνικών πανεπιστημίων βρίσκονται στην επαρχία για λόγους ψηφοθηρίας και ενίσχυσης της τοπικής οικονομίας. Παρά την κρυφή πολιτική ατζέντα και τις όποιες αντινομίες, η έρευνα είναι σε πλεονεκτική θέση. Πρόκειται για ακαδημαϊκά ιδρύματα που κατάφεραν να σπάσουν το μονοπώλιο των δύο κεντρικών πανεπιστημίων, Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ιδρύοντας τμήματα επάνω σε νέα επιστημονικά πεδία, τόσο στο χώρο των θετικών, όσο και των θεωρητικών επιστημών. Επί παραδείγματι, το Πανεπιστήμιο Κρήτης, ένα από τα νεώτερα ακαδημαϊκά ιδρύματα, διαθέτει τομείς εφαρμοσμένων μαθηματικών, ψυχολογίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Η Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης είναι το κύκνειο άσμα του Αλέξη Δημαρά, ενός σημαντικού ιστορικού της εκπαίδευσης, ο οποίος παρουσίασε την αντιφατική πλευρά της ελληνικής εκπαίδευσης και προσδιόρισε τις ασυνέχειες στο χρόνο. Εκείνο που απουσιάζει συστηματικά είναι ο μακροχρόνιος σχεδιασμός. Η αμερόληπτη προσέγγιση του ιστορικού αναδεικνύει ότι τα πολιτικά κόμματα έχουν ακολουθήσει διαφορετικές πολιτικές, όσον αφορά τα εκπαιδευτικά ζητήματα, ανάλογα με τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό. Αναμφίλεκτα, ο παρών τόμος βάζει τα θεμέλια για τη μελέτη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά εκκρεμεί η μελέτη της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ένα από τα ερωτήματα που τίθενται είναι ποιος θα αναλάβει αυτή την επιστημονική έρευνα.                         

Σήμερα η εκπαιδευτική πολιτική ατζέντα περιέχει ερωτήματα που σχετίζονται με το ρόλο του ελληνικού σχολείου ως προκατασκευαστικό στάδιο για το πανεπιστήμιο. Το επόμενο θέμα είναι η εκπαίδευση της χώρας να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες, θέτοντας συγκεκριμένες προτεραιότητες, με άξονα την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών. Το ζήτημα της επαγγελματικής εκπαίδευσης εξακολουθεί να μένει μετέωρο, όσο και καίριο. Κατά την τελευταία δεκαετία, η ανάγκη για κατάρτιση και απόκτηση νέων δεξιοτήτων συντελεί στη δημιουργία προγραμμάτων δια βίου μάθησης και εκπαίδευσης ενηλίκων. Τα συνεχή αυξανόμενα ποσοστά των ενήλικων εκπαιδευομένων αποτελούν μία μέγιστη απόδειξη των δεξιοτήτων και των γνώσεων που έχουν ζήτηση, αλλά και το τι χρειάζονται οι Έλληνες πολίτες, προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Τί ακριβώς έρχεται για τις επερχόμενες γενιές την μετά-οικονομική κρίση εποχή είναι άγνωστο, αλλά ο σωστός εκπαιδευτικός σχεδιασμός κρίνεται απαραίτητος.

Γωγώ Τσατσάνη


Νέα Παιδεία (2016), τεύχος 160