Η ευθΥνη των εκπαιδευτικΩν να παΙρνουν  αποφΑσεις και να καινοτομοΥν

Όλοι μας παίρνουμε καθημερινά αποφάσεις, όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σοβαρό πρόβλημα ή μια διλημματική κατάσταση, που πρέπει να επιλύσουμε. Οι αποφάσεις που παίρνουμε στην πραγματικότητα είναι τριών ειδών: α) ωφελιμιστικού χαρακτήρα (βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες), β) αποφάσεις που αφορούν εκπαιδευτικές ανάγκες, όπως είναι οι αξίες και οι στόχοι, που πρέπει να μεταβιβαστούν στην επόμενη γενιά, γ) αποφάσεις που σχετίζονται με τις διδακτικές μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε, για να μεταβιβαστούν οι αξίες και να επιτευχθούν οι στόχοι που τέθηκαν. Ποιες όμως είναι οι διαδικασίες που οδηγούν στη λήψη μιας απόφασης;

Παίρνει κάποιος μια απόφαση , όταν βρίσκεται σε μια προβληματική κατάσταση και θέλει να βγει από αυτήν, να βρει μια λύση στο πρόβλημα. Η απόφαση είναι μια σκόπιμη ενέργεια, που στοχεύει σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, μια συνειδητή επιλογή ανάμεσα σε δυο ή περισσότερες εναλλακτικές λύσεις. Αναφέρεται στην ουσία σε μια πράξη ή καλύτερα σε μια σειρά ενεργειών, που απορρέουν από ένα θεωρητικό σχήμα, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε «σχήμα δράσης». Τα συστατικά στοιχεία που συνδέουν το ‘σχήμα δράσης’ μπορούν να ταξινομηθούν κάτω από τρεις επικεφαλίδες Ενέργειες - Αποτέλεσμα - Σχέσεις ενεργειών αποτελέσματος.

Η διαδικασία που ξεκινάει από την επισήμανση της προβληματικής κατάστασης κι ακολουθείται από μια σειρά ενεργειών, που οδηγούν στον επιθυμητό στόχο, μπορεί να ονομαστεί «διαδικασία λήψης απόφασης». Στην πραγματικότητα η ίδια η απόφαση είναι πρώτα μια δέσμευση από την πλευρά αυτού που αποφασίζει κι ύστερα μια παρέμβαση στο σύστημα, που οδηγεί στην αλλαγή του. Οι διαδοχικές ενέργειες βέβαια πρέπει να είναι συμβατές τόσο μεταξύ τους όσο και με το επιθυμητό αποτέλεσμα. Διαφορετικά χρειάζεται νέα παρέμβαση και ανασχεδιασμός των ενεργειών, ώστε αυτές να οδηγούν στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η διαδικασία στην πορεία γίνεται πιο συνεκτική, όταν οι ενέργειες βαθμιαία εξειδικεύονται, καθώς περιορίζονται συνεχώς οι αντιθέσεις και τα εμπόδια, οι εναλλακτικές δηλ, ενέργειες και μεταβλητές.

Η διαδικασία, από τη στιγμή που επισημαίνεται η προβληματική κατάσταση, αποφασίζεται ύστερα η παρέμβαση, προσδιορίζεται ο στόχος, σχεδιάζονται και γίνονται πράξη οι ενέργειες, που οδηγούν στην επίτευξη του στόχου, μπορεί να χωριστεί σε τρεις φάσεις, τρεις υπο-διαδικασίες, α) την τεχνική διαδικασία, β) τη διαδικασία εφαρμογής και διαχείρισης των ενεργειών, γ) την πολιτική διαδικασία.

α) Σκοπός της τεχνικής διαδικασίας είναι να σχεδιαστούν τα βήματα της παρέμβασης. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να διερευνήσουμε,  συγκεντρώσουμε,  επεξεργαστούμε και αξιολογήσουμε όλες τις πληροφορίες, που μας δίνουν τη δυνατότητα να σχεδιάσουμε μια επιτυχημένη παρέμβαση.

β) Σκοπός της διαδικασίας εφαρμογής και διαχείρισης είναι να γίνει πράξη η παρέμβαση και να τεθούν σ’ εφαρμογή όλες οι σχεδιασμένες ενέργειες, που οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Στη φάση αυτή απορρίπτονται συνεχώς εναλλακτικές δραστηριότητες που δεν οδηγούν στον επιθυμητό στόχο, ώστε βαθμιαία να επιλέγονται μόνον όσες οδηγούν σ’ αυτόν.

γ) Στόχος της πολιτικής διαδικασίας είναι να κινητοποιήσουμε και άλλες ομάδες να στηρίξουν την πρωτοβουλία. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει οι ομάδες με αντιτιθέμενα ενδιαφέροντα ή συμφέροντα να πειστούν να αποδεχτούν τις ενέργειες και τους στόχους της πρωτοβουλίας. Η αποδοχή ή τουλάχιστον η ανοχή της πρωτοβουλίας από τις άλλες ομάδες αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία της.

Και οι τρεις φάσεις της συνολικής διαδικασίας είναι αναγκαίες για την επιτυχημένη πορεία μιας απόφασης. Οι τρεις αυτές διαδοχικές φάσεις της όλης διαδικασίας οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.   

Ο εκπαιδευτικός πολλές φορές βρίσκεται σε αδιέξοδο, όταν βλέπει ότι τόσο οι στόχοι του μαθήματος που διδάσκει όσο και η διδακτική προσέγγιση, που επιβάλλεται από το Πρόγραμμα σπουδών και το ίδιο το εγχειρίδιο, οδηγούν το μάθημα σε αποτυχία. Τότε ο συνειδητός και υπεύθυνος δάσκαλος είναι ηθικά υποχρεωμένος να πάρει την απόφαση να αναπροσδιορίσει τόσο τους στόχους του μαθήματος όσο και τη διδακτική μεθοδολογία, όταν ιδιαίτερα διαπιστώνει καθημερινά την αναποτελεσματικότητα της διδακτικής προσέγγισης, που επιβάλλει το σχολικό βιβλίο. Γιατί τις περισσότερες φορές, κι όταν ακόμη οι στόχοι είναι ορθοί, η αποτυχία οφείλεται στη διδακτική προσέγγιση.

Μια τέτοια αποτυχία βιώνουν π.χ. καθημερινά οι φιλόλογοι που διδάσκουν Αρχαία ελληνικά. Το μάθημα δεκαετίες τώρα γίνεται για να γίνεται. Κανένας μαθητής δε μαθαίνει ΑΕ. Γι’ αυτό και ο κάθε φιλόλογος οφείλει να πάρει στα χέρια του την υπόθεση και να πάρει την απόφαση ν’ αναπροσδιορίσει στόχους και διδακτική μεθοδολογία, προκειμένου να καταστήσει τους μαθητές του ικανούς να κατανοούν ένα αρχαιοελληνικό κείμενο. Σήμερα μάλιστα που το μάθημα δεν εξετάζεται γραπτά στις εξετάσεις του Ιουνίου, έχει τη δυνατότητα χωρίς ηθικά ή άλλα διλήμματα ν’ απαλλαγεί από το επίσημο βιβλίο και την αναχρονιστική διδακτική προσέγγιση. Μόνον έτσι θα καταξιώσει το ρόλο του ως δασκάλου.    

Παρόμοια, θαρρώ, πρέπει να ενεργούν όλοι οι δάσκαλοι, όταν διαπιστώνουν ότι ο κόπος τους πάει χαμένος. Οφείλουν να τολμούν να παίρνουν αποφάσεις και να καινοτομούν, για να μη μεταβληθεί το λειτούργημά τους σε τυπικό επάγγελμα της ρουτίνας και της αναποτελεσματικότητας. Σήμερα μάλιστα , που οι διάφορες «μεταρρυθμίσεις» που εκτοξεύουν στα κεφάλια μας οι «Υπουργοί Παιδείας» και οι οποίες μόνο σύγχυση προκαλούν, είναι αναγκαίο ο κάθε δάσκαλος ν’ αναλάβει τις δικές του αποφάσεις και πρωτοβουλίες, ώστε να καταστεί άξιος του λειτουργήματός του.

Γιάννης Μπασλής                                                           


Νέα Παιδεία (2017), τεύχος 162