ΑνοIγοντας και πAλι τη συζHτηση για τη θEση και τον ρOλο

της αρχαιOτητας στο σYγχρονο σχολεIο

Πέρασε ένας περίπου χρόνος από την έντονη δημόσια αντιπαράθεση που προέκυψε από τα κείμενα που αμφισβητούσαν τη δεδομένη θέση των αρχαίων ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και επανέφεραν το θέμα της διδασκαλίας της αρχαιοελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο. Στη συνέχεια υπήρξαν κάποιες κινήσεις αναμόρφωσης του μαθήματος στο πλαίσιο του «εξορθολογισμού της διδακτέας ύλης». Όχι ωστόσο κάτι συστηματικό στην προοπτική μιας πιο συνολικής αναμόρφωσης του διδακτικού πλαισίου του μαθήματος. Στον δημόσιο όμως λόγο φαίνεται να είναι και πάλι κυρίαρχη η τάση για περιχαράκωση στα παλαιά και δοκιμασμένα, έστω και αν έχει φανεί ότι δεν είναι πλέον λειτουργικά. Η αρχαιότητα τόσο δεδομένη όσο και η αξία της. Ο ρόλος του μαθήματος αδιαμφισβήτητος. Η όποια αλλαγή φαντάζει απειλητική, καθώς αμφισβητώντας παγιωμένες αντιλήψεις και ανατρέποντας καθιερωμένες πρακτικές διαταράσσει ό,τι με κόπο έχουμε συστήσει.

Δεν χρειάζεται μάλλον να ψάξουμε πολύ για να βρούμε γιατί αυτό συμβαίνει με το μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Έχει περάσει ένας αιώνας και κάποιες δεκαετίες από τότε που για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε η για χρόνια κυρίαρχη προσέγγιση που ήθελε την αρχαιότητα στήριγμα της εθνικής μας υπόστασης αλλά και πρότυπο ηθικής δράσης. Ο κυρίαρχος λόγος δείχνει αμετακίνητος έναν αιώνα μετά. Το φανερώνουν οι διακηρύξεις και οι έντονες διαμαρτυρίες απέναντι σε ό,τι φαίνεται να δίνει μια διαφορετική προοπτική στην προσέγγιση. Συνεχίζουμε με πρόσχημα ένα αχρονικό και επομένως ασαφές ανθρωπιστικό ιδεώδες να κρατούμε όχι μόνο το μάθημα αλλά και την προσέγγιση της αρχαιότητας συνολικά, στο σχολείο αλλά και έξω από αυτό, δέσμια ενός εθνοκεντρικού και φρονηματιστικού προσανατολισμού.

Έτσι όμως δεν μπορούμε να αναζητήσουμε τους εναλλακτικούς εκείνους λόγους, από τους οποίους θα προκύψουν νέοι προσανατολισμοί. Γιατί σε ένα τέτοιο αμυντικό και περίκλειστο πλαίσιο δεν μπορούμε να κινηθούμε πέρα από στερεοτυπικές και καθιερωμένες παραδοχές. Να ξεφύγουμε τελικά από τις στημένες γέφυρες ενός φρονηματιστικού ανθρωπισμού και να αναζητήσουμε νέους δρόμους, που θα επιτρέψουν και στους νέους ανθρώπους να επιχειρήσουν αυτό το ταξίδι σε μια δυναμική αλληλεπιδραστική προοπτική. Και όμως αυτό θα έπρεπε να είναι το πρώτο μας βήμα. Γιατί ένας τέτοιος προβληματισμός θα μας επιτρέψει να ορίσουμε ένα πλαίσιο, με βάση το οποίο θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε τις συντεταγμένες μιας προσέγγισης, που θα υποστήριζε έναν ειλικρινή διερευνητικό και στοχαστικό διάλογο ανάμεσα στους νέους ανθρώπους και την αρχαιότητα στις ποικίλες εκφάνσεις της. Η βάση αυτή θα μας δώσει στη συνέχεια τη δυνατότητα χωρίς αγκυλώσεις και εμμονές να επινοήσουμε τρόπους που θα επιτρέπουν στους μαθητές και τις μαθήτριες να οικειοποιηθούν με σύγχρονα μέσα και με διαφορετική ματιά τον κόσμο αυτόν, αλλά και να νοηματοδοτήσουν με το δικό τους τρόπο και την διαδικασία και το αποτέλεσμά της. Να ξεκινήσουν θα λέγαμε ένα ταξίδι, που θα τους επιτρέπει να πραγματεύονται το πολιτισμικό τους πλαίσιο αλλά και την ταυτότητά τους, στις ποικίλες της εκδοχές.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο η συζήτηση δεν μπορεί να ξεκινήσει από το περιεχόμενο, από τα κείμενα δηλαδή που θα διδαχθούν, όσο εμβληματικά και εάν είναι. Αντίθετα θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε τον προσανατολισμό του ταξιδιού, τους όρους της πλεύσης, με μια ανοικτή και ευέλικτη προοπτική, και τα θέματα-σταθμούς, τα λιμάνια δηλαδή εκείνα που θα πλουτίσουν το ταξίδι των μαθητών και των μαθητριών μας, μαζί και το δικό μας, τις εμπειρίες τους, οπότε και τους/τις ίδιους/ ίδιες.

Ο στοχαστικός αυτός προσανατολισμός προϋποθέτει βέβαια ερωτήματα. Ερωτήματα που αφορούν την παιδευτική αξία της αρχαιοελληνικής γραμματείας, που δεν μπορεί να είναι ανεξάρτητη από το εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο και την πολιτισμική συγκυρία. Ούτε όμως από τον τρόπο και τα μέσα προσέγγισής της. Πώς για παράδειγμα μπορεί να αποκτήσει νόημα για τους νέους ανθρώπους μια τέτοια προσέγγιση και με ποιους τρόπους θα τους δοθεί η δυνατότητα να συγκροτήσουν μα και να αναδείξουν αυτό το νόημα; Ερωτήματα για τον ρόλο που μπορεί να έχει ένα τέτοιο μάθημα στο σύγχρονο Αναλυτικό Πρόγραμμα σε σχέση με το ευρύτερο στοχοθετικό πλαίσιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πρόκειται για μάθημα αρχαιογνωσίας, αποτελεί μέρος της λογοτεχνικής ή/και της γλωσσικής εκπαίδευσης; Πώς διαλέγεται με τα άλλα μαθήματα και με ποια προοπτική; Αλλά και ευρύτερα ερωτήματα που αφορούν τους όρους με βάση τους οποίους προσεγγίζουμε το παρελθόν. Πώς για παράδειγμα, με ποιους πολιτισμικούς όρους και σε ποια πεδία συγκροτείται η ανάγνωση του παρελθόντος; Ή πώς θα ενθαρρύνουμε σταδιακά τους μαθητές και τις μαθήτριές μας να επινοήσουν και οι ίδιοι/ες αναγνώσεις, ώστε να μπορέσουν να ανασυστήσουν με βάση και τη δική τους λογοτεχνική και πολιτισμική εμπειρία την αρχαιοελληνική γραμματεία και τον αρχαίο κόσμο; Με βάση τις απαντήσεις που θα δώσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, που δεν είναι απαραίτητο να είναι και τελειωτικές, θα ορίσουμε και το περιεχόμενο, τα κείμενα που θα επιλεγούν, και θα αναζητήσουμε τους τρόπους με βάση τους οποίους θα τα προσεγγίσουμε στο σχολείο. Στο πλαίσιο της αρχαιογνωστικής, της λογοτεχνικής ή της πολιτισμικής μας ευρύτερα παιδείας με την δυναμική προοπτική του κριτικού γραμματισμού.

Έτσι μπορεί για παράδειγμα να βρει τη θέση του και μάλιστα με ποικίλους τρόπους και ο Επιτάφιος του Περικλή/Θουκυδίδη. Μπορεί να προσεγγιστεί αυτόνομα ως ένα πολιτικό κείμενο, που για πρώτη φορά θέτει με τόση ενάργεια τους όρους της δημοκρατίας στην πρώτη της και ιδιότυπη αυτή έκφανση. Μπορεί όμως να αποτελέσει με άλλα μαζί κείμενα, ακόμη και σύγχρονα, έναυσμα για να ξεκινήσει μια συζήτηση όχι μόνο για τον ρόλο μας και τη συμμετοχή μας στα κοινά, αλλά και για την εξιδανίκευση μιας πολιτικής οργάνωσης και τις σκοπιμότητες που μια τέτοια προοπτική υπηρετεί. Και τότε η προσέγγιση της αρχαιότητας, οπότε και το μάθημα, γίνεται για τους μαθητές και τις μαθήτριες έναυσμα να αναρωτηθούν, να ψάξουν με μέσα οικεία, αλλά και πηγή προβληματικών, που τους προτρέπουν να αποτιμήσουν στοχαστικά τη δράση τους, ίσως και κάποια διλήμματα καθοριστικά για τη ζωή τους…

Αυτά και άλλα ερωτήματα δεν μπορούν στην προοπτική της για χρόνια προσδοκώμενης αναμόρφωσης του σχολείου να έχουν δεδομένες απαντήσεις. Οφείλουμε να σταθούμε μακριά από τα παλιά στερεότυπα της αδιαμφισβήτητης ανθρωπιστικής αξίας της αρχαιοελληνικής γραμματείας  και της αρχαιοελληνικής γλώσσας. Πρέπει ωστόσο να αποφύγουμε και τα νέου τύπου στερεότυπα, που δεν επιτρέπουν αξιολογικές κρίσεις  ή θέλουν υποτιμημένη και δυσφημισμένη την κλασική αρχαιότητα στο πλαίσιο των ίσων αποστάσεων, που σε ακραίες της μορφές επιβάλλει η πολυπολιτισμική ανάγνωση της αρχαιότητας. Γιατί μόνο τότε θα αναζητήσουμε απαντήσεις συνθέτοντας, αλλά και θα κρατήσουμε ανοικτά ζητήματα που θα τα πραγματευτούν οι εκπαιδευτικοί με τους μαθητές και τις μαθήτριές τους στο σχολείο. Αρκεί το πλαίσιο να είναι ανοικτό και ευέλικτο, να τους αφήνει χώρο  να δοκιμάσουν και να αποτιμήσουν. Ένα πλαίσιο που θα τους κάνει τολμηρούς, επινοητικούς, αλλά και διεκδικητικούς…

Βασίλης Τσάφος


Νέα Παιδεία (2017), τεύχος 162