Μπορεi η ανaγνωση λογοτεχνικων βιβλiων να καλλιεργηθεi;

Η συνήθεια να διαβάζει κανείς ποιήματα, διηγήματα και μυθιστορήματα, λογοτεχνήματα δηλ., είναι χωρίς αμφιβολία πολύ σημαντικό στοιχείο στη ζωή μας. Πού όμως και πώς  αποχτιέται μια τόσο σημαντική για τη ζωή μας συνήθεια; Όλοι βέβαια συμφωνούν ότι την κύρια ευθύνη για την καλλιέργεια μιας τέτοιας δεξιότητας έχει το σχολείο. Αλλά με ποιον τρόπο μπορεί το σχολείο να μεταδώσει στους μαθητές την έφεση να διαβάζουν λογοτεχνικά δημιουργήματα; Το παιδαγωγικό αυτό πρόβλημα απασχολεί ή πρέπει να απασχολεί συνεχώς τους εκπαιδευτικούς θεσμούς, τους δασκάλους, τους ίδιους τους λογοτέχνες, αλλά και όποιον νοιάζεται να καλλιεργηθεί στα παιδιά μας η καλή αυτή συνήθεια.  

Στο σχολείο οι μαθητές διδάσκονται ποιήματα, διηγήματα ή αποσπάσματα από μυθιστορήματα,  που περιέχονται σε ένα σχολικό βιβλίο, ένα ανθολόγιο, ειδικά γραμμένο για κάθε τάξη. Το ερώτημα που απασχολεί πάντα τους εκπαιδευτικούς είναι πρώτα  ποια κείμενα είναι τα κατάλληλα για την κάθε ηλικία  κι ύστερα πώς αυτά  θα είναι ταξινομημένα. Με χρονολογική σειρά ή θα είναι ενταγμένα  σε θεματικές ενότητες; Σημαντικό βέβαια ρόλο παίζει ασφαλώς και η διδακτική μεθοδολογία που χρησιμοποιεί ο δάσκαλος και η ικανότητά του να προσεγγίζει τα λογοτεχνικά κείμενα.  

Τα βιβλία νεοελληνικής λογοτεχνίας που χρησιμοποιούνται σήμερα στα σχολεία είναι χωρίς αμφιβολία τα καλύτερα που είχαν ποτέ τα ελληνόπουλα. Καμιά σχέση με τα βιβλία που χρησιμοποιούνταν πριν από τη μεταρρύθμιση του 1976. Περιέχουν αντιπροσωπευτικά κείμενα των σημαντικότερων  νεοελλήνων λογοτεχνών ταξινομημένα ανάλογα με τη σχολική τάξη χρονολογικά ή θεματικά. Έτσι οι μαθητές γνωρίζουν πρώτα τους σημαντικότερους λογοτέχνες όχι μόνον Έλληνες, αλλά και ξένους, κι ύστερα τα θέματα που τους απασχολούν και το γλωσσικό τους ύφος. Έτσι τελειώνοντας ένας μαθητής το Λύκειο έχει έρθει σε επαφή με αρκετά αριστουργήματα της ελληνικής και παγκόσμιας  λογοτεχνίας.

Παρόλ’ αυτά υπάρχει η εντύπωση, την οποία καλλιεργούν πολλοί γραμματιζούμενοι, ότι σχολείο και δάσκαλοι με βασικό εργαλείο το ανθολόγιο δεν κατορθώνουν να εμφυσήσουν στους μαθητές την αγάπη για τη λογοτεχνία. Μερικοί μάλιστα ταυτίζοντας τη λογοτεχνία με το μυθιστόρημα υποστηρίζουν πως αυτό δεν κατορθώνεται, επειδή τάχα δε διδάσκονται στο σχολείο ολοκληρωμένα μυθιστορήματα παρά μόνο αποσπάσματά τους. Τελευταία μάλιστα η άποψη αυτή παρουσιάστηκε από μεγάλης κυκλοφορίας κυριακάτικη εφημερίδα, υποστηρίζοντας πως οι μαθητές του ΙΒ γίνονται εραστές του λογοτεχνικού βιβλίου, επειδή στο διετές αυτό πρόγραμμα, το οποίο αντιστοιχεί με τις τάξεις Β΄ και Γ΄ Λυκείου, διδάσκονται 14 μυθιστορήματα. Για επικύρωση μάλιστα της άποψης δημοσίευσε και μια συνέντευξη καθηγήτριας που διδάσκει το μάθημα στο ΙΒ. Δεν μας λένε βέβαια όλοι αυτοί πρώτα πρώτα αν τα προηγούμενα χρόνια οι μαθητές διδάσκονταν το μάθημα από ανθολόγιο ή όχι, και δεύτερο πώς ξέρουν ότι τα παιδιά με τη διδασκαλία μυθιστορημάτων έχουν   αποκτήσει τη συνήθεια να διαβάζουν, αφού καμιά τέτοια μελέτη δεν έχουν κάνει. Στην πραγματικότητα μόνο ένα μικρό ποσοστό όσων τελειώνουν το Λύκειο, αλλά και το πανεπιστήμιο έχουν αποκτήσει την τάση να διαβάζουν μυθιστορήματα ή διηγήματα. Ποίηση βέβαια ελάχιστοι. Κι αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όχι μόνο στο σχολείο. Και δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Συμβαίνει παντού.

Το μεγάλο μειονέκτημα της άποψης να διδάσκονται στο σχολείο μόνο ολόκληρα μυθιστορήματα είναι ότι το παιδί δεν έρχεται σε επαφή παρά μόνο με τα δημιουργήματα ελάχιστων λογοτεχνών. Αγνοώντας λοιπόν την ύπαρξη των περισσότερων λογοτεχνών, δεν αναπτύσσει την περιέργεια να τους γνωρίσει. Το ανθολόγιο αντίθετα φέρνει το μαθητή σε μια πρώτη επαφή με όσο γίνεται περισσότερους συγγραφείς και έργα, ώστε ως ενήλικας να επιδιώξει να τους γνωρίσει καλύτερα.

Το ερώτημα βέβαια που θέτουν οι δυο εκδοχές είναι αν η γνωριμία  με πολλούς λογοτέχνες, κάτι που συμβαίνει με τα ανθολόγια, ή με λίγους μυθιστοριογράφους κάνει περισσότερους μαθητές ν’ αγαπήσουν τη λογοτεχνία. Πρόκειται βέβαια για ψευτοδίλημμα, αφού στην πραγματικότητα το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Τίποτα δεν εμποδίζει  το δάσκαλο της λογοτεχνίας ν’ αναθέσει στους μαθητές ως εργασία στο σπίτι την ανάγνωση 3-4 μυθιστορημάτων το χρόνο, δίνοντας τους μάλιστα ερωτήσεις, με τις οποίες θα επισημαίνουν ορισμένα στοιχεία του μυθιστορήματος. Οι εργασίες των μαθητών μπορεί να είναι ατομικές ή ομαδικές και να παρουσιάζονται στην τάξη. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα έρχονται σ’ επαφή τόσο μ’ ένα ευρύτατο φάσμα λογοτεχνών μέσα από τα ανθολόγια   όσο και με ολόκληρα μυθιστορήματα των πιο σημαντικών λογοτεχνών. Έτσι υπάρχει η πιθανότητα όλο και περισσότεροι νέοι ν’ αποκτήσουν την καλή  συνήθεια, όταν φύγουν από το σχολείο, να διαβάζουν λογοτεχνικά δημιουργήματα.

Γιάννης Μπασλής


Νέα Παιδεία (2017), τεύχος 163