ΓλωσσικOς σνομπισμOς και νεοκαθαρευουσιανισμOς

Μέχρι το 1976 η ελληνική κοινωνία από κοινωνιογλωσσική άποψη είχε όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής γλωσσικής διμορφίας (diglossia). Επικοινωνώντας δηλ  οι Έλληνες μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν ανάλογα με τον αποδέκτη, το θέμα και την επικοινωνιακή συνθήκη δυο τελείως διακριτές  γλωσσικές παραλλαγές, από τις οποίες  η μια, η καθαρεύουσα, χρησιμοποιούνταν στον επίσημο λόγο, ενώ η άλλη, η δημοτική, στον ανεπίσημο. Ανάλογη βέβαια κοινωνιογλωσσική κατάσταση υπάρχει σήμερα και σε τρεις άλλες χώρες, τη γερμανόφωνη Ελβετία, τις αραβόφωνες χώρες και την Αϊτή.

Σε μια διμορφική γλωσσική κοινότητα η επίσημη γλωσσική παραλλαγή, όπως  η καθαρεύουσα, είναι καταξιωμένη και θεωρείται «ανώτερη» (Α), ενώ η ανεπίσημη, όπως η δημοτική,  μη καταξιωμένη και «κατώτερη» (Κ). Το περίεργο στην ελληνική περίπτωση ήταν ότι στο σχολείο δε διδάσκονταν συστηματικά  καμιά από τις δυο μορφές της γλώσσας. Η δημοτική ήταν αποκλεισμένη και νομοθετικά. Όλα τα βιβλία ήταν γραμμένα στην καθαρεύουσα. Αλλά ούτε η καθαρεύουσα, ένα πλαστό ιδίωμα, που κατασκευάστηκε μετά τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, διδάσκονταν. Στο σχολείο οι μαθητές διδάσκονταν γραμματική και συντακτικό της αρχαίας αττικής διαλέκτου κι έγραφαν καμιά  δεκαριά εκθέσεις  το χρόνο σε μια μιξοκαθαρεύουσα. Έτσι, μάθαιναν γραμματική και συντακτικό της αττικής, για να ασκηθούν στην καθαρεύουσα, ενώ στην καθημερινή τους επικοινωνία χρησιμοποιούσαν τη δημοτική  ή την τοπική διάλεκτο. Το αποτέλεσμα αυτής της παρανοϊκής γλωσσικής κατάστασης στο σχολείο ήταν το ελληνόπουλο, ακόμα κι αν τελείωνε το πανεπιστήμιο, να μην μπορεί να χρησιμοποιεί ικανοποιητικά ούτε τη δημοτική ούτε την καθαρεύουσα.

Η χρήση όμως της καθαρεύουσας, της επίσημης γλώσσας, έδινε κύρος, καταξίωνε το χρήστη, έδινε την εντύπωση πως είναι «μορφωμένος», είναι κάτοχος μιας ξεχωριστής κουλτούρας  και πως ανήκει σε ανώτερη κοινωνική ομάδα. Όποιος φιλοδοξούσε ν’ ανέβει κοινωνικά έπρεπε να δείχνει πως γνωρίζει την καθαρεύουσα. Έτσι η χρήση της καθαρεύουσας οριοθετούσε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους πολιτιστικά και κοινωνικά. Καθώς η καθαρεύουσα ήταν πολύ δύσκολο να κατακτηθεί από το σύνολο του λαού, η χρήση της από την κυρίαρχη μειοψηφία μεταβαλλόταν από όργανο επικοινωνίας σε κοινωνικό διακριτικό της ανωτερότητας, σε παράσημο κοινωνικής διάκρισης και εξουσίας για τους χρήστες, κατωτερότητας και έλλειψης ισχύος γι’ αυτούς που αδυνατούσαν να τη χρησιμοποιούν. Γι’ αυτό και πολλοί μωροφιλόδοξοι, ενώ δε γνώριζαν καλά την καθαρεύουσα και φυσικά χρησιμοποιούσαν το μητρικό τους ιδίωμα, τη δημοτική, για να δείξουν πως ανήκουν σε «ανώτερη» κοινωνική και πολιτιστική ομάδα, διάνθιζαν το λόγο τους, προφορικό ή γραπτό, με καθαρευουσιάνικες «ελληνικούρες», μορφολογικούς και συντακτικούς δηλ. γλωσσικούς τύπους  παρμένους από την καθαρεύουσα. Αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης ήταν να χρησιμοποιείται ένα γλωσσικό όργανο αχταρμάς χωρίς σταθερούς μορφολογικούς και συντακτικούς κανόνες.

Μια άλλη συνέπεια της γλωσσικής διχοτομίας  ήταν αυτή να αποτυπωθεί πολιτικά με τη διχοτομία βενιζελικοί/αντιβενιζελικοί, αριστεροί-φιλελεύθεροι/ συντηρητικοί. Από το τέλος της δεκαετίας του 1920 παγιώθηκε η αντίληψη ότι ο χρήστης της δημοτικής ήταν αριστερών και φιλελεύθερων πεποιθήσεων, ενώ της καθαρεύουσας συντηρητικών. Μόνο στο χώρο της λογοτεχνίας  δεν υπήρχε ταύτιση πολιτικής/γλωσσικής διχοτομίας.            

Από τη στιγμή όμως που το 1976 η συντηρητική πολιτική παράταξη  της ΝΔ ως κυβέρνηση απαρνήθηκε την καθαρεύουσα, υιοθέτησε τη δημοτική και την επέβαλε ως γλώσσα της εκπαίδευσης και της πολιτείας, η κατάσταση από κοινωνιογλωσσική άποψη άλλαξε ριζικά. Τα μέλη των κομμάτων και οι ημιγραμματιζούμενοι, που προσδιορίζονταν πολιτικά και πολιτιστικά από τη χρήση της δημοτικής ή της καθαρεύουσας, βρέθηκαν σε σύγχυση. Το γλωσσικό ιδίωμα ως κριτήριο πολιτικής και πολιτιστικής διαφοροποίησης και διάκρισης έπαψε να ισχύει, μια που όλοι οι Έλληνες όφειλαν να χρησιμοποιούν σε κάθε περίπτωση τη νέα επίσημη γλώσσα, τη δημοτική, «συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων» (Ν. 309/1976).  Οι  υποστηριχτές της καθαρεύουσας έχασαν όλα τα πολιτικά και οικονομικά προνόμια που αυτή τους παρείχε, όπως π.χ  ανάθεση συγγραφής σχολικών βιβλίων στην καθαρεύουσα κ.α., τα οποία  τώρα ανέλαβαν να συγγράψουν δημοτικιστές. Για να μπορέσουν να ξανακυριαρχήσουν κοινωνικά και πολιτιστικά, πρώτα-πρώτα εγκατέλειψαν την καθαρεύουσα και σε μια νύχτα μεταβλήθηκαν σε δημοτικιστές. Ύστερα με πρωταγωνιστή τον καθηγητή της γλωσσολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Μπαμπινιώτη, φανατικό καθαρευουσιάνο μέχρι τότε, άρχισαν να υποστηρίζουν πως η γλώσσα βρίσκεται σε κίνδυνο, χάλασε, οι νέοι πάσχουν από γλωσσική πενία κι άλλα ηχηρά παρόμοια, κι ότι αυτό οφείλεται  στα καινούρια βιβλία διδασκαλίας της ελληνικής και στη μη διδασκαλία στο Γυμνάσιο της Αρχαίας. Ελληνικής.

 Πολεμική αυτή εναντίον της νέας γλωσσικής πραγματικότητας απέδωσε καρπούς, αφού ο Γ. Μπαμπινιώτης ως πρόεδρος του Παιδαγωγικού  Ινστιτούτου το 1991 επανέφερε τα Αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο και οι αντιλήψεις του άρχισαν να κυριαρχούν. Τελικά πέτυχε τη νομιμοποίηση  καθαρευουσιάνικων εκφράσεων με την επίσημη ένταξή τους στη σχολική γλώσσα. Έτσι σήμερα αρχίζουν να κυριαρχούν μορφολογικοί και συντακτικοί τύποι της καθαρεύουσας διαμορφώνοντας πάλι  έναν επίσημο γλωσσικό ιδίωμα-αχταρμά, που όμως ξαναδίνει στο χρήστη του την αίσθηση ότι ανήκει σε μια «ανώτερη» κοινωνική ομάδα, που τον διακρίνει από τις άλλες. Επανέρχεται δηλ. η  πριν από το 1976 αντίληψη ότι ο χρήστης καθαρευουσιάνικων εκφράσεων υπερέχει πολιτιστικά και κοινωνικά απέναντι στους άλλους, που χρησιμοποιούν τη γνήσια δημοτική. Μερικές από τις καθαρευουσιάνικες δομές  που αρχίζουν να κυριαρχούν είναι οι ακόλουθες.

1. Χρησιμοποίηση της κατάληξης -εως  αντί -ης στη γενική ενικού των αρχαιόκλιτων θηλυκών σε -η π.χ. πόλεως κι όχι πόλης, ρυθμίσεως κι όχι ρύθμισης, λογίας παραδόσεως κι όχι λόγιας παράδοσης κ.λπ.

2. Γίνεται κατάχρηση της γενικής ενικού και αναστήθηκε η γενική πληθυντικού, η οποία έτεινε να εξαφανιστεί. Κάποιος αποκάλεσε το φαινόμενο «επιστροφή της γηραιάς κυρίας», π.χ. «Η διαμόρφωση σήμερα ενός κλειστού κυκλώματος αναπαραγωγής της αντίληψης της πολιτικής της ουράς των κομμάτων της παραδοσιακής αριστεράς…»  (από άρθρο σε αριστερό περιοδικό. Δέκα λέξεις στη γενική). «Η συνένωση των μπαντών των τριών όπλων», ακούστηκε να λέει ο εκφωνητής στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου.

3. Αναστήθηκε η γενική συγκριτική: π.χ. «Ο κομματισμός εξουδετέρωσε τις καλύτερες των προθέσεων»  (Καθημερινή, 29-4-15) αντί  «από τις προθέσεις».

4. Τα ρήματα σ’ όλα τα ιδιώματα της νεοελληνικής συντάσσονται με αιτιατική ή με εμπρόθετο. Οι νεοκαθαρευουσιάνοι όμως, για να κάνουν το ύφος του λόγου τους ‘περισπούδαστο’  συντάσσουν πολλά ρήματα με γενική, π.χ. «πράγματι χρήζουν ρυθμίσεως… το θέμα έχρηζε προσοχής» (Το Βήμα, 23-8-15).» Κάποιοι διέφυγαν της σύλληψης» (Τα Νέα, 30-3-10). «Εκμεταλλεύονται της ευκαιρίας» (ΣΚΑΪ, 13-12-09). «Οι βουλευτές στερούνται της οικονομικής δυνατότητας… Δεν πληροί των προϋποθέσεων»  (το πληροί  το γράφουν με -οι, όπως στα αρχαία, για να δείξουν πως ξέρουν και αρχαία ελληνικά).

5. Ο γλωσσικός αυτός σνομπισμός οδηγεί κάποιους στη χρήση μιξοβάρβαρων γλωσσικών τύπων, που δε χρησιμοποιήθηκαν ποτέ ούτε στην αρχαία ούτε στην καθαρεύουσα. Φαίνονται όμως αρχαιόμορφες, π.χ. δυο άτομα έχουν απηχθεί - η ακτοφυλακή δεν κατάφερε να τους περισυνελέξει. «Θα συνεχιστούν οι θερμοκρασίες υπό του μηδενός», μας πυροβολούν πολλές κυρίες από τα κανάλια της τηλεόρασης. «Το δράμα της Μυρτούς» (αντί της Μυρτώς) μας ανακοίνωνε πολλά βράδια  η παρουσιάστρια του Mega.

6. Αναστήθηκε η αρχαία παθητική μετοχή μέλλοντα και αόριστου, π. χ. «η παραιτηθείσα κυβέρνηση (Ζωή Κωνσταντοπούλου) … η προταθησόμενη ή κηρυχθησόμενη απεργία της ΟΛΜΕ» (από εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας 11-5-13, φυλ. 1140). Επίσης η δομή μεν … δε, καθώς και στερεοτυπικές καθαρευουσιάνικες ελληνικούρες, π.χ. προϊόντος του χρόνου, τούτων ούτως εχόντων κλπ.

Θα μπορούσα να φέρω άπειρα παραδείγματα από αυτά, με τα οποία καθημερινά μας βομπαρδίζουν οι μισοαγράμματοι δημοσιογράφοι, κρατικοί αξιωματούχοι, κουλτουριάρηδες ψευτολογοτέχνες και λοιποί νεοκαθαρευουσιάνοι, οι οποίοι διαμορφώνουν έτσι ένα καινούριο πλαστό ιδίωμα, μια νεοκαθαρεύουσα, που δεν ακολουθεί ορισμένη και σταθερή δομή και μορφολογία, σαν τη φράση «Απελύθη η εικονολήπτης που κλώτσαγε πρόσφυγες» (Καθημερινή, 10-9-15). Η φράση περιέχει τέσσερις λέξεις, η κάθε μια από τις οποίες ακολουθεί μορφολογία από διαφορετικό ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα. Απελύθη: αρχαιοελληνική μορφολογία και νεοελληνική σημασία. Η εικονολήπτης: Ο τύπος δεν υπάρχει ούτε στην αρχαία ούτε στην καθαρεύουσα ούτε στη δημοτική. Ο σωστός τύπος σ’ όλα τα ιδιώματα θα ήταν εικονολήπτρια. Κλώτσαγε: ιδιωματικός τύπος του πελοποννησιακού γλωσσικού ιδιώματος. Πρόσφυγες: λέξη με μορφολογία της δημοτικής. Αν ο αρθρογράφος της εφημερίδας δεν έπασχε από γλωσσικό σνομπισμό, θα έγραφε «Απολύθηκε η εικονολήπτρια που κλωτσούσε πρόσφυγες».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, χωρίς να το καταλάβουμε, οι παλιοί καθαρευουσιάνοι  με «μπροστάρη» τον Γ. Μπαμπινιώτη  άρχισαν να επιβάλουν σιγά-σιγά έναν καινούριο γλωσσικό κώδικα «πέραν της δημοτικής και της καθαρευούσης» πάλι ως στοιχείο  κοινωνικό  διακριτικό ανωτερότητας, παράσημο κοινωνικής διάκρισης και εξουσίας.

Γιάννης Μπασλής


Νέα Παιδεία (2017), τεύχος 164