ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

        Με αφορμή το σχέδιο προγραμμάτων σπουδών για το μάθημα της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση, που εκπονήθηκε πρόσφατα από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και έγινε αντικείμενο αμφιλεγόμενων κριτικών, διατυπώθηκαν, παράλληλα, σκέψεις, ενίοτε υπερβολικές, ως μη  έδει, για τη θέση του μαθήματος της Ιστορίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Συγκεκριμένα και προς επίρρωση του προτεινόμενου σχεδίου, δημοσιεύθηκαν απόψεις ότι η Ιστορία θεωρείται από τους μαθητές το δυσκολότερο μάθημα, απωθητικό και μισητό, που τους προκαλεί απέχθεια, χωρίς, όμως, να αιτιολογείται επαρκώς η κρίση τους, σε σχέση μάλιστα και με όλα τα υπόλοιπα μαθήματα, για τα οποία υπολανθανόντως διαφαίνεται ότι οι μαθητές τα συμπαθούν ιδιαίτερα, ως λάτρεις και ένθερμοι οπαδοί(!).

            Στις ανακοινώσεις, όμως, δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια ότι η κακοδαιμονία της Ιστορίας, που νοσεί και ταλανίζεται τα τελευταία χρόνια, υφιστάμενη δεινή δοκιμασία, οφείλεται όχι στα εν χρήσει Προγράμματα Σπουδών, που ασφαλώς χρειάζονται ανανέωση, αλλά στη γενικότερη υποβάθμιση του μαθήματος: μείωση των ωρών διδασκαλίας, με αποτέλεσμα την ελλιπή κάλυψη της ύλης, με τεράστια κενά ανάμεσα στις ιστορικές περιόδους, αλλεπάλληλες αλλαγές εγχειριδίων, επιτυχών και μη, τις τελευταίες δεκαετίες, που υπερβαίνουν τα τριάντα, με αποκορύφωμα τη διδασκαλία του μαθήματος όχι από τους καθ’ ύλην αρμοδίους εκπαιδευτικούς, φιλολόγους και ιστορικούς, αλλά από καθηγητές άλλων ειδικοτήτων, άσχετων προς το γνωστικό αντικείμενο και χωρίς, έστω και τη στοιχειώδη επιστημονική υποδομή.

            Το πρόβλημα, επίσης, εστιάστηκε στην άκριτη αποστήθιση – κοινώς παπαγαλία του μαθήματος, η οποία δεν προωθεί, αλλά δυσχεραίνει την κριτική σκέψη και την εμβάθυνση στα ιστορικά γεγονότα. Είναι, όμως, γνωστό, παιδαγωγικά και διδακτικά σκόπιμο, ότι η φύση του μαθήματος υπαγορεύει, ενίοτε, για την εμπέδωση της ιστορικής ύλης, την απομνημόνευση σημαντικών χρονολογιών, όχι σχολαστικά, όπως στο παρελθόν, αλλά μερικών χρονολογήσεων – σταθμών, απαραίτητων για την ιστορική συνέχεια, σημασία και κατανόηση των γεγονότων στην ιστορική – χρονική τους διαδοχή και σε συνάρτηση με τους γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Επομένως, ενδείκνυται να απομνημονεύσουν οι μαθητές μας ορισμένες χρονολογίες, χαρακτηριστικές της ελληνικής ιστορίας, όπως, π.χ. 480, 404, 338, 333, 146 π.Χ. – 330, 1204, 1453, 1821, 1832, 1912-13, 1922, 1940 μ.Χ., για την καλύτερη ένταξη στην ευρύτερη ιστορική ενότητα. Στο πλαίσιο, εξάλλου, της διδακτικής διαδικασίας οι φιλόλογοι που διδάσκουν την Ιστορία φροντίζουν να αξιοποιούν επαρκώς το γνωστικό αντικείμενο, αξιολογώντας τα γεγονότα, με βάση τις πηγές, και αναζητώντας την αντικειμενικότητα, με κριτήριο την αιτιατή εξήγηση και ερμηνεία, χωρίς να παρωθούν τους μαθητές στην αποστήθιση.

            Αντίθετα, η αποστήθιση καθιερώθηκε επίσημα από το Υπουργείο Παιδείας, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στις εισαγωγικές εξετάσεις για τις Ανώτατες Σχολές, στις οποίες οι υποψήφιοι εξετάζονταν σε περιορισμένη, ολιγοσέλιδη, ιστορική ύλη και όχι σε όλη την Ελληνική Ιστορία (Αρχαία – Βυζαντινή – Νεότερη), και των τριών τάξεων, όπως ίσχυε παλαιότερα. Ιδιαίτερα, με την καθιέρωση του συστήματος των Δεσμών, η εξεταστέα ύλη συρρικνώθηκε αισθητά, οδηγώντας μοιραία στην αποστήθιση, αποδεκτή, άλλωστε, από τους βαθμολογητές, ενώ παράλληλα, απεμπολήθηκε η διδασκαλία της Ιστορίας ως μαθήματος Γενικής Παιδείας. Στο σημείο αυτό οι παλαιότεροι ενθυμούμαστε με πικρία και αγανάκτηση τις εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας, οι οποίες, μεσούντος του Φεβρουαρίου, διέτασσαν τη διακοπή της διδασκαλία των μαθημάτων Γενικής Παιδείας (Ιστορίας, Φιλοσοφίας, Πολιτικής Αγωγής) και τη διάθεση των ωρών στα μαθήματα του Κορμού, για την κάλυψη της ύλης (!).

            Τέλος, ως προς την ανανέωση της διδασκαλίας του μαθήματος θεωρούμε αναγκαία τη βελτίωση της διδακτικής διαδικασίας (μέθοδοι, μέσα διδασκαλίας, αξιολόγηση), την αναδιάρθρωση του περιεχομένου του μαθήματος καθώς και τη συγγραφή νέων διδακτικών βιβλίων που θα καλύπτουν ισομερώς το εύρος της ιστορικής ύλης, σε όλες τις πτυχές της, από τους Αρχαίους χρόνους ως τη σημερινή εποχή, δίνοντας, ασφαλώς, ιδιαίτερη έμφαση στη σύγχρονη Ιστορία στην τελευταία τάξη του Λυκείου και σε ένα τετράμηνο της προτελευταίας.

            Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση είναι η διδασκαλία της Ιστορίας να γίνεται αποκλειστικά από πτυχιούχους των Φιλοσοφικών Σχολών, καλά καταρτισμένων και καλά επιμορφωμένων, ώστε να ανταποκριθούν στους επιστημονικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς τού μαθήματος, οι οποίοι στοχεύουν στη διαμόρφωση ελεύθερων και δημοκρατικών πολιτών, με ιστορική σκέψη και ιστορική συνείδηση.

Αναστάσιος Αγγ. Στέφος, δ.φ.


Νέα Παιδεία (2017), τεύχος 164