Για το βιβλίο της Χριστίνας Αργυροπούλου

Η ποιητική του χώρου στα Ομηρικά Έπη. Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2016.[1]

Όπως είναι γνωστό μια αφήγηση εξελίσσεται είτε σε χρονική είτε σε αιτιολογική σειρά είτε σε συνδυασμό των δύο. Το ίδιο φυσικά ισχύει και στη λογοτεχνία. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι συνυφασμένος με τον άξονα του χρόνου είναι ένας άλλος σπουδαίος παράγοντας, ο άξονας του χώρου. Γιατί τίποτε δεν γίνεται εν κενώ× η κίνηση, η ακινησία, η δράση, το πάθος, το συναίσθημα, χρειάζονται όλα ένα χώρο για να αναπτυχθούν. Αρχίζοντας από τη Νεφελοκοκυγία στους Όρνιθες, και προχωρώντας, με ελάχιστα, ενδεικτικά παραδείγματα, στο μυστικό περιβόλι στην Eroica του Κ. Πολίτη, στο Μαγικό βουνό του Τόμας Μαν, στο άνυδρο νησί, όπου συνέχεια φυσάει, στο Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά, στη μεγάλη σκηνή του χορού στους Σκλάβους στα δεσμά τους του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και στο Γατόπαρδο του Τομάσι ντι Λαμπεντούζα, μπορούμε να καταγράψουμε μια τεράστια διαδοχή έργων ή συγκεκριμένων σκηνών, που δεν θα υπήρχαν, αν δεν εκτυλίσσονταν σε συγκεκριμένο χώρο.

Ακολουθώντας την ανάπτυξη των συναφών επιστημών αλλά και την εξέλιξη της λογοτεχνίας τον 20ο  αιώνα, προοδευτικά το ενδιαφέρον των θεωρητικών και των κριτικών άρχισε να στρέφεται σε αυτόν τον σχεδόν αγνοημένο ως τότε παράγοντα με πρωτότυπες αλλά και αρκετά ποικίλες μελέτες.

Eνδεικτικές για τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει η μελέτη του χώρου είναι οι διαφορετικές ερευνητικές προοπτικές που ανοίχτηκαν σε διαφορετικές χώρες από μελετητές με διαφορετικό επιστημονικό οπλισμό. O M. Bakhtin, ήδη από το 1937, χρησιμοποίησε ―και καθιέρωσε― τον όρο «χρονότοπος» (παρμένο από τη θεωρία της σχετικότητας του Aϊνστάιν), για να δηλώσει την εγγενή σύνδεση και αλληλοεξάρτηση των χωρικών και χρονικών δομών στη λογοτεχνία σε μία διαλεκτικά δημιουργική σχέση. Ο Μπαχτίν θεωρούσε ότι ο ρόλος του χρονότοπου ήταν καθοριστικός για τα λογοτεχνικά είδη.[2] «Στον λογοτεχνικό καλλιτεχνικό χρονότοπο», γράφει, «οι χωρικοί και οι χρονικοί δείκτες συγχωνεύονται σε ένα καλοσχεδιασμένο, απτό σύνολο. Ο χρόνος, κατά κάποιον τρόπο, γίνεται πυκνός, καλλιτεχνικά ορατός· παρόμοια ο χώρος φορτίζεται και ανταποκρίνεται στις κινήσεις του χρόνου, της πλοκής και της ιστορίας. Αυτή η διασταύρωση των αξόνων και η μίξη των δεικτών χαρακτηρίζει τον καλλιτεχνικό χρονότοπο.» [3]

Στη δεκαετία του '40 ο Joseph Frank έστρεψε το ζήτημα σε μια άλλη κατεύθυνση, μελετώντας τη «χωρική μορφή» (spatial form) στη σύγχρονη λογοτεχνία, εννοώντας με τον όρο αυτό τις τεχνικές με τις οποίες οι μυθιστοριογράφοι ανατρέπουν τη σύμφυτη στην αφήγηση χρονική ακολουθία. Eίναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται εδώ η πεζογραφία: «H πεζογραφία έχει γίνει μία κατασκευή (artifact) σαν την αρχιτεκτονική: παρόλο που δεν μπορούμε να δούμε ένα έργο σύγχρονης πεζογραφίας ―σαν ένα κτίριο― ταυτόχρονα, σαν ένα, πλήρες σύνολο, αυτό δεν αναπαριστά μια χρονική ακολουθία ―περισσότερο από όσο ένα κτίριο―.».[4] Αυτή η θεωρητική τάση, που διαμορφώθηκε με τη συνδρομή και άλλων μελετητών, μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στη ανάλυση ιδιαίτερα των νεωτερικών/μεταμοντέρνων κειμένων, στα οποία συχνά ο άξονας του χώρου υπερβαίνει σε σημασία εκείνον του χρόνου. [5]

Ένας άλλος μελετητής, ο Gaston Bachelard, ενδιαφέρθηκε για τη φαινομενολογία του ποιητικού χώρου, προβάλλοντας τη συμβολική σημασία του τόπου και γενικότερα την ψυχολογική ερμηνεία των εικόνων (π.χ. το σπίτι, το σύμπαν, η καλύβα, η φωλιά, η μικρογραφία κλπ.).[6] Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια περίπου εποχή το ζήτημα απασχόλησε και αρκετούς άλλους θεωρητικούς της λογοτεχνίας, που κατευθύνονται προς τη σημειωτική του χώρου, την εξέταση των διαστάσεων του κειμένου ως υπαρκτού αντικειμένου (τίτλοι, εξώφυλλα, υπότιτλοι, σημειώσεις, πίνακες, τυπογραφικά στοιχεία, φωτογραφίες κλπ.), την έρευνα του σκηνικού χώρου κλπ. [7]

Προσωπικά βρίσκω εξαιρετικά χρήσιμη και κατατοπιστική τη συστηματική θεωρητική παρουσίαση του Gabriel Zoran, ο οποίος διακρίνει τρία επίπεδα στον τρόπο με τον οποίο δομείται ο χώρος ενός αφηγηματικού πεζογραφήματος: A) το τοπογραφικό επίπεδο, όπου ο χώρος θεωρείται ως αυθύπαρκτη οντότητα, ένα είδος χάρτη, τον οποίο δημιουργούν οι περιγραφές και οι κάθε είδους σχετικές πληροφορίες του κειμένου ― B) το χρονοτοπικό, όπου ο χώρος καθορίζεται από την κίνηση και τη δράση, από συγχρονικές (κίνηση και ακινησία) και διαχρονικές σχέσεις (κατευθύνσεις, άξονες και δυνάμεις) ― και Γ) το κειμενικό, στο οποίο εξετάζεται η οργάνωση του κειμενικού χώρου μέσω του γλωσσικού οργάνου και επισημαίνονται τρεις κύριες όψεις του ζητήματος, η επιλεκτική πληροφόρηση για το χώρο, η σειρά των παρεχόμενων στοιχείων και η οπτική γωνία. Eκτός από αυτή την «κάθετη» διαφοροποίηση των επιπέδων, ο Zoran αναφέρεται στην «οριζόντια» δομή του χώρου, την οποία διαιρεί 1) σε «συνολικό χώρο», που περικλείει τον κόσμο του κειμένου, 2) σε «σύνθεση χώρων», ό,τι δηλαδή παρουσιάζεται στο κείμενο και 3) σε «μονάδες χώρου», που όλες μαζί αποτελούν τη σύνθεση.[8]

Στον ελλαδικό χώρο σημειώνω το βιβλίο της Λίζυ Τσιριμώκου, Λογοτεχνία της πόλης. Πόλεις της λογοτεχνίας (1988), που σηματοδότησε την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για τη λογοτεχνία της πόλης. Πιο πρόσφατα ο Β. Αθανασόπουλος παρουσίασε έναν πολύ αναλυτικό τρόπο ταξινόμησης και μελέτης του «σκηνικού» στο βιβλίο του Οι ιστορίες του κόσμου (Πατάκης, 2005). Γενικότερα, τα τελευταία χρόνια το θέμα του χώρου έχει μια σταθερή ανάπτυξη με σχετικές μελέτες αλλά και διδακτορικές διατριβές.

Αυτή η εισαγωγή είχε στόχο να αναδειχθεί η σημασία του βιβλίου της κ. Χριστίνας Αργυροπούλου, Η ποιητική του χώρου στα ομηρικά έπη. Λειτουργία του χώρου, σκηνοθεσία, σκηνογραφία, εικονοποιία, χώροι και ειδικές χωρικότητες. Στο πλαίσιο ακριβώς των μελετών χώρου, έχει ένα φιλόδοξο στόχο: να εξετάσει με αυτή την προοπτική τα δύο αυτά μείζονα έργα της αρχαιότητας. Οπωσδήποτε η μελετήτρια στηρίζεται στις πολύ καλές σπουδές της και στη μακρόχρονη εκπαιδευτική της πείρα, που την οδήγησαν ως της θέση της Συμβούλου στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο αλλά κυρίως στην αναμφισβήτητη αγάπη για τα ομηρικά έπη. Πράγματι, εργάστηκε με εξαιρετική αφοσίωση στο ογκώδες πόνημά της, που αποτελεί προϊόν πολύχρονης μελέτης και μεγάλου μόχθου.

Το βιβλίο της αποτελείται από 8 εκτενή κεφάλαια. Στο πρώτο «Η λειτουργία του κλειστού και ανοιχτού χώρου στα ομηρικά έπη ως περιγραφή τόπων, τοπίων, πόλεων, νήσων, ανακτόρων, πεδίων μαχών και θαλάσσιων και ουράνιων χώρων με τη δράση των ηρώων» δίνεται μια συνολική εικόνα του χώρου στα δυο ποιήματα, που περιλαμβάνει τη γη, την κατοικία των θεών ψηλά αλλά και τον Κάτω Kόσμο.

Το 2ο και το 3ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένα στη μελέτη της Οδύσσειας, από την α ως τη ν και από την ξ ως την ω ραψωδία: πρώτα σχολιάζονται οι κλειστοί και ανοικτοί χώροι στα δεκαετή ταξίδια του Οδυσσέα και κατόπιν τα όσα διαδραματίζονται στην Ιθάκη με την επιστροφή του ήρωα. Ορθά η Αργυροπούλου παρατηρεί ότι σε σχέση με την Ιλιάδα η Οδύσσεια παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη εναλλαγή χώρων, με τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα, τις κινήσεις των διαφόρων άλλων ηρώων, όχι μόνο με περιγραφές μεγάλων χωρικών εκτάσεων, αλλά και μικρών επιμέρους χωρικοτήτων, στάσεων προσώπων μέσα στο χώρο, σύντομων περιγραφών ποικίλων τόπων καταγωγής, και άλλων στοιχείων. Θα σταθώ και σε μια ακόμη ενδιαφέρουσα επισήμανσή της, που αφορά στη θάλασσα: «το μοτίβο της θάλασσας έχει διπλή σήμανση, δηλαδή η θάλασσα ως ‘‘παλίντονος αρμονίη’’ συγκροτεί για τον ήρωα [δηλ. τον Οδυσσέα] τόσο τον δρόμο για την ελευθερία του με πολλές δοκιμασίες, όσο και μια ζωντανή πηγή γνώσης, όπως επισημαίνουν ο Όμηρος στο προοίμιο και ο Καβάφης στο ποίημα ‘‘Ιθάκη’’». (σ. 81)

Στα Κεφάλαια 4 και 5 εξετάζονται οι ενότητες χώρου της Ιλιάδας: οι κλειστοί και ανοικτοί χώροι, τα πεδία των μαχών, η περιτειχισμένη πόλη της Τροίας και το ανάκτορο, οι σκηνές των Αχαιών, ο ιδιαίτερος χώρος των Μυρμιδόνων, η θάλασσα και η κατοικία των θεών. Από τις πολλές εύστοχες παρατηρήσεις της Αργυροπούλου επισημαίνω μία στην οποία σχολιάζει την κασέλα του Αχιλλέα με βάση τη μελέτη του Bachelard, Η ποιητική του χώρου: «Εξαίρετη και συγκινητική είναι και η σκηνή με τον Αχιλλέα να κατευθύνεται στην κασέλα του, την όμορφη και στολισμένη (ειδικός χώρος), που, σημειωτικά, υποδηλώνει τη μνήμη του το κρυφό σημείο της ζωής του. Η κασέλα εμπεριέχει τον ψυχολογικό κόσμο του, διότι είναι δώρο της μάνας του της Θέτιδας, όπου ο ήρωας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, έχει κλείσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει (χιτώνες, χλαίνες, την κούπα και τα όνειρά του)» (σ. 243)

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο Κεφάλαιο 6ο η αναλυτική περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα, που καταλαμβάνει αρκετά μεγάλο χώρο στο βιβλίο (σ. 335-362). Επισημαίνεται η αναλογική σχέση των εικόνων της με τον πραγματικό κόσμο, εξετάζεται ως ύμνος της ζωής μέσα στον πόλεμο και ως εικόνα νοσταλγίας ή επικής ειρωνείας. Όπως και σε άλλα σημεία της μελέτης της η Αργυροπούλου βρίσκει και εδώ την ευκαιρία να αξιοποιήσει νεότερα κείμενα που εμπνέονται από τα ομηρικά έπη ή παρουσιάζουν αναλογίες και ομοιότητες με αυτά. Εδώ παραθέτει και σχολιάζει τα πορίσματα μελέτης του Α. Στέφου με θέμα τη συγκριτική εξέταση του ποιήματος του Κώστα Κρυστάλλη, «Το κέντημα του μαντηλιού» με την περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα (σ. 357-362).

Στα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου θίγονται άλλα σημαντικά ζητήματα των ομηρικών επών. Στο 7ο παρουσιάζεται και σχολιάζεται η σκηνοθεσία των αναγνωρισμών σε κλειστό και ανοιχτό χώρο και οι συνακόλουθες με αυτούς αξίες. Στο 8ο γίνεται λόγος για ένα ευρύτερο θέμα, τις ανθρωπιστικές αξίες και το ρόλο τους στα ομηρικά έπη: τις φιλοξενίες με τα ήθη και τα έθιμα τους, τη φιλία, την ηρωική τιμή, τις ικεσίες, το σεβασμό στους νεκρούς και τους θρήνους, στοιχεία όλα που συνδέονται με την τελετουργική χρήση του χώρου. Σχολιάζεται τέλος, το μοτίβο του υφαντού και του δόλου της Πηνελόπης.

Στον Επίλογο, η συγγραφέας, αξιοποιώντας γνώμες Ελλήνων και ξένων μελετητών, δίνει τα κύρια χαρακτηριστικά της ομηρικής ποίησης και κυρίως των ανθρωπιστικών αξιών που προβάλλονται σε αυτήν.

Είναι προφανές ότι η μελέτη της Αργυροπούλου υπερβαίνει τα όρια μιας καθαρά χωρικής μελέτης. Θα μπορούσε να σχολιάσει για παράδειγμα, με βάση την ταξινόμηση του Βαγγέλη Αθανασόπουλου, τα σκηνικά ως προς το βαθμό της ακρίβειας τους με τις τυχόν λεπτομέρειες ή την αφαιρετικότητα της εκάστοτε περιγραφής, ή ως προς τη συμμετοχή τους στη δράση κ.λπ. Θα μπορούσε να δει συνολικά ποια σκηνικά λειτουργούν μεταφορικά ή συνεκδοχικά, ατμοσφαιρικά ή συμβολικά ή να σχολιάσει στον άξονα της αντίθεσης εξωτερικός vs εσωτερικός χώρος, με τις γνωστές πολιτισμικές προεκτάσεις φυσικός vs κατασκευασμένος, κοινωνικός vs ατομικός, επικίνδυνος vs ασφαλής.

Για να μην παρεξηγηθώ τονίζω ότι η συγγραφέας επισημαίνει αυτά τα στοιχεία στα επιμέρους σκηνικά που εξετάζει, δεν συνθέτει όμως μια συνολική θεώρηση του χώρου, που θα μπορούσε να περιλάβει και την κίνηση σε κάθετο άξονα, π.χ. τις μεταβάσεις των θεών από τον Όλυμπο στη γη, τις ταυτόχρονες σκηνές σε διαφορετικούς χώρους κ.ά. Την ενδιαφέρει περισσότερο να δείξει τη συμμετοχή του χώρου σε μια ευρύτερη αποτίμηση της αξίας των ομηρικών επών: «Η ομηρική λογοτεχνία, ως τέχνη του λόγου, ως απόλαυση, ως δράση με τη χωροχρονική αλληλοδιείσδυση, με τη μορφή και το περιεχόμενό της, με τις αξίες της, με το ήθος των ηρώων της και τη σημαίνουσα ονοματολογία της […] μπορεί να συμβάλει ώστε ο σύγχρονος άνθρωπος να ανακαλύψει τη δική του αλήθεια από άλλους δρόμους, πέρα από την επιστήμη.» (σ. 438)

Πρέπει βέβαια να λάβουμε υπόψη μας ότι δεν έχει καθιερωθεί ακόμη μια ολοκληρωμένη θεωρία για το θέμα, κυρίως μια συνδυαστική θεωρητική άποψη, που να εξετάζει τον χώρο παράλληλα ή συγκριτικά με άλλα συστατικά, ώστε να προκύπτουν συνολικά συμπεράσματα για την αφηγηματική τεχνική ή την ερμηνεία ενός έργου, άρα η συγγραφέας συνθέτει το θέμα της σύμφωνα με τις δικές της προτιμήσεις και απόψεις ως προς τα θέματα που επιθυμεί μέσω του βιβλίου της να προβάλει , πάντα με άξονα τον χώρο.

Γι’ αυτό θα έβλεπα πιο ταιριαστό τον τίτλο «Περιγραφή και λειτουργία του χώρου στα ομηρικά έπη» παρά τον όρο ποιητική, που ουσιαστικά παραπέμπει στη θεωρία. Κάνω αυτή την πρόταση, καθώς συμπίπτει και μια εισαγωγική παρατήρησή της Αργυροπούλου: «Ο Δ. Μαρωνίτης επισημαίνει εύστοχα τη λειτουργία του χώρου και των επιμέρους χώρων στο ανάκτορο του Οδυσσέα. ‘‘Σ’ ένα μακρό αφηγηματικό ποίημα ο βιαστικός ακροατής προσέχει προπάντων τα δρώμενα και τους δρώντες. Ο χώρος και τα πράγματα που περιέχει συνήθως του διαφεύγουν-τα προσπερνά ως πρόσθετη και μη αναγκαία διακόσμηση.’’» (σ. 39):  Αυτό ακριβώς αναλαμβάνει να κάνει με μεγάλη προσοχή και συνέπεια: να υπογραμμίσει τη διάσταση του χώρου, προβάλλοντας και σχολιάζοντας με λεπτομέρειες τους επιμέρους χώρους, την περιγραφή και τη λειτουργία τους.

Αξιοσημείωτο είναι το ότι χρησιμοποιεί για την απόδοση του αρχαίου κειμένου αρκετές από τις δόκιμες μεταφράσεις, για να υπάρξει, όπως γράφει, πλουραλισμός. Πράγματι, σε ορισμένα σημεία παραθέτει δύο μεταφράσεις που δείχνουν συγκριτικά το ύφος και το μεταφραστικό αποτέλεσμα του κάθε δημιουργού.

Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι το βιβλίο της απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό: φιλαναγνώστες, μελετητές του Ομήρου κ.ά., κυρίως όμως, στην εκπαιδευτική κοινότητα, διδάσκοντες αλλά και διδασκόμενους, γιατί το ύφος του είναι απλό και σαφές και τα παραδείγματα πολλά. Τη διδακτική του διάσταση την αποκαλύπτει και η συγγραφέας με ενδιαφέρουσες συνδυαστικές παρατηρήσεις για τον αρχαίο και τον νεοελληνικό πολιτισμό, όπως η επισήμανση του μοτίβου του αναγνωρισμού από τα ομηρικά έπη στη νεότερη ποίηση, δημοτική και λόγια, καθώς και η παράθεση του ποιήματος του Σεφέρη «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», που υπάρχει στα σχολικά αναγνώσματα (σ. 426). Η συγγραφέας υποδεικνύει επίσης σε αρκετά σημεία τη χρησιμότητα εικόνων και θεμάτων, που συμβάλλουν στην κατανόηση του ανθρώπου και του πολιτισμού, αποτελούν πανανθρώπινες αξίες ή γίνονται σύμβολα και δίνουν την έμπνευση σε πολλά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σε αυτή τη διδακτική διάσταση αποδίδω και τις επαναλήψεις διαφόρων στοιχείων, που θεωρώ ότι έχουν στόχο να τονίσουν τη σημασία τους.

Η φροντίδα της προς τον αναγνώστη αποδεικνύεται με πολλούς τρόπους. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει τρίγλωσση περίληψη στην ελληνική, την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, που ακολουθείται από δεκασέλιδη Βιβλιογραφία και Ευρετήριο, που περιλαμβάνει Πίνακες όρων και ορολογιών και Πίνακες ονομάτων. Στους Πίνακες επισημαίνω ότι έχουν αποδελτιωθεί και οι υποσελίδιες σημειώσεις, στοιχείο εξαιρετικά χρήσιμο, που όμως παραμελούν σχεδόν όλες οι εκδόσεις, περιορίζοντας τη σχετική αποδελτίωση αποκλειστικά στο κυρίως κείμενο.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ουσιαστική προσφορά στις ομηρικές μελέτες, καθώς εξετάζει ένα σημαντικό θέμα των ομηρικών επών, παραθέτει τα πορίσματα ευρύτατης επιστημονικής έρευνας σε λόγο καθαρό και εύληπτο, δίνει πληθώρα πληροφοριών, συνδέοντας το παρελθόν με το παρόν της ελληνικής λογοτεχνίας και προβάλλει διαχρονικά χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτισμού.

 

Έρη Σταυροπούλου, Ομότιμη Καθηγήτρια ΝΕ Φιλολογίας Παν/μίου Αθηνών

 


[1] Το κείμενό μου στηρίζεται στην ομιλία μου κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις 2.6.2016.

[2] M. M. Bakhtin, «Forms of Time and the Chronotope in the Novel», The Dialogic Imagination. Four Essays. Edited by Michael Holquist. Translated by Caryl Emerson and Michael Holquist. University of Texas Press, Austin 1981, σ. 84-258. Tο θέμα του χρονοτόπου εξετάζεται και σε άλλα κείμενα του Mπαχτίν.

[3] Στο ίδιο, σ. 84.

[4] Bλ. Joseph Frank, «Spatial Form in Modern Literature» (1945), The Widening Gyre: Crisis and Mastery in Modern Literature. Rutgers University Press, New Jersey 1963, σ. 3-62 και το συλλογικό τόμο Spatial Form in Narrative. Edited by Jeffrey R. Smitten and Ann Daghistany. Cornell University Press, Ithaca and London 1981.Tο παράθεμα από την «Eισαγωγή» του Smitten (σε δική μου μετάφραση) στη σ. 22.

[5] Mε έμφαση επισημαίνεται η σύνδεση της «χωρικής μορφής» με τη μοντέρνα και, κυρίως, τη μεταμοντέρνα πεζογραφία στο συλλογικό τόμο Spatial Form in Narrative, ό.π.(βλ. Jerome Klinkowitz, «The Novel as Artifact: Spatial Form in Contemporary Fiction», σ. 37-47).

[6]Gaston Bachelard, La poétique de l' espace, 1957 και στα ελληνικά: H ποιητική του χώρου. Mετάφραση Eλένη Bέλτσου - Iωάννα Δ. Xατζηνικολή. Eκδόσεις Xατζηνικολή, Aθήνα 21992.

[7] H σχετική με το θέμα βιβλιογραφία είναι πολύ μεγάλη. Eκτεταμένη επισκόπησή της γίνεται σε αρκετά από τα σχετικά βιβλία. Eκτός από τις άλλες μου αναφορές παραθέτω εδώ μόνο ενδεικτικά: M. Butor, «L' espace du roman» και «Le livre comme object», Essais sur le roman. Gallimard, Paris 1964, σ. 48-58, 130-157. Gérard Genette, Figures I. Seuil, Paris 1966 και Figures II. Seuil, Paris 1969. ―Julia Kristeva, «L' espace du roman», Le texte du roman. Approche sémiologique d' une structure discursive transformationnelle. Mouton, The Hague-Paris, 1979, σ. 181-187.― Henri Mitterand, «Le lieu et le sens: l' espace parisien dans Ferragus, de Balzac», Le discours du roman. Puf, 1980, σ. 189-212. ― Philippe Hamon, Introduction à l' analyse du descriptif. Hachette, Paris 1981. ― Espaces Romanesques. Ed. Michel Crouzet. PUF, Paris 1982.― Henri Lefebvre, The Production of Space. Translated by Donald Nicholson-Smith. Blackwell, Oxford and Cambridge Ma. 1991. ― Richard Lehan, The City in Literature. An Intellectual and Cultural History. University of California Press, 1998. Eπίσης, σε περιοδικά, όπως το Critical Inquiry και το Poetics Today μπορεί να βρει ο αναγνώστης πολλές θεωρητικές και εφαρμοσμένες μελέτες για το χώρο. Και στην ελληνική βιβλιογραφία, όμως, τα τελευταία χρόνια πυκνώνουν οι σχετικές μελέτες από άρθρα ως και διδ. διατριβές.

 [8] Gabriel Zoran, «Towards a Theory of Space in Narrative», Poetics Today, τόμ. 5, τεύχ. 2, 1984, σ. 309-335.


Νέα Παιδεία (2018), τεύχος 167