Η ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΙΟΤΑΤΙΣΜΟΥ

 

      Λεξικό «Τριανταφυλλίδη»: αφορά +αιτ.: Η υπόθεση αφορά τη δικαιοσύνη/ Δε με

                 αφορούν οι υποθέσεις σου/ αυτά δεν αφορούν εμένα.

     Λεξικό Εμ. Κριαρά: αφορά+ αιτ. όσον αφορά την αμοιβή σου/ Το θέμα δε με αφορά.

     Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη: αφορά στον/στην..Το ζήτημα αυτό αφορά στην ίδια την

                  επιβίωση του ελληνισμού/ Σε ό,τι αφορά στις μεταπτυχιακές σπουδές.

                  Αλλά: δεν σε αφορά αυτό/ οι συζητήσεις δε με αφορούν άμεσα.

    « Αφορά με ή χωρίς σε;

      Η χρήση ‘αφορά σε’ είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη: ‘Δεν αφορά σ’ αυτό το θέμα αλλά σε άλλο. Αφορά στους χειρισμούς της κυβέρνησης’. Το αφορώ στην περίπτωση αυτή διατηρεί την αρχική του σύνταξη, όταν σήμαινε ό,τι και το αποβλέπω σε ή αποσκοπώ. Τώρα που έφτασε να σημαίνει «αναφέρομαι σε», μπορεί να χρησιμοποιείται  και χωρίς το σε ( ιδίως με τις προσωπικές αντωνυμίες εμένα, εσένα κλπ. Δεν αφορά εμένα, αφορά εσένα. –Αφορά τους χειρισμούς του κυπριακού. Η β΄ χρήση (χωρίς το σε) εμφανίζεται κυρίως σε λιγότερο επίσημη και περισσότερο καθημερινή χρήση της γλώσσας. Ας σημειωθεί επιπροσθέτως ότι η φρ. ως αναφορά (!) που ακούγεται ενίοτε αντί του όσον αφορά είναι εντελώς εσφαλμένη και οφείλεται σε παρανόηση».

    Tο παραπάνω σχόλιο του Γ. Μπαμπινιώτη για τη σύνταξη του ρ. αφορά προέρχεται από το υπερτιμημένο, τάχα μου σπουδαιότερο όλων,  λεξικό του της νεοελληνικής γλώσσας. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να τονίσω ότι θεωρώ πως το  αρτιότερο και σημαντικότερο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (δημοτικής) είναι αυτό του Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλίδη. Ακολουθεί το «Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών. Βέβαια, οι συντάκτες του λεξικού του ‘Τριανταφυλλίδη’ ως γνήσιοι επιστήμονες ούτε δημόσιες σχέσεις καλλιεργούν ούτε πρόσβαση στα ΜΜΕ έχουν, ώστε να προβληθεί το πραγματικά περισπούδαστο έργο τους, σε αντίθεση με τον Γ. Μπαμπινιώτη, που με τις διασυνδέσεις του και την υπερπροβολή του κοντεύει να μας πείσει πως πρέπει να ανακηρυχθεί «εθνικός γλωσσολόγος». Τύφλα να’ χουν ο Ψυχάρης, ο Γ. Χατζηδάκις, ο Τριανταφυλλίδης κ.ά.

     Στο σχόλιό του, λοιπόν, ο Γ. Μπαμπινιώτης με κριτήριο τη χρήση ορισμένων μορφολογικών τύπων και συντακτικών δομών, όπως η σύνταξη του ρ. αφορά, χωρίζει τους Έλληνες σε τρεις κατηγορίες α) στους (σπουδαγμένους) λογίους (η χρήση ‘αφορά σε’ είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη). β) Στους σπουδαγμένους, αλλά μη λογίους (η β΄χρήση-χωρίς το σε-εμφανίζεται κυρίως σε λιγότερο επίσημη και περισσότερο καθημερινή χρήση της γλώσσας-εννοείται βέβαια ‘μη προσεγμένη). γ) τους μη σπουδαγμένους, τους μορφωτικά πληβείους, που αποτελούν βέβαια τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Αυτούς, βέβαια, ως παρακατιανούς δεν κάνει τον κόπο να τους αναφέρει. Κι όμως, αυτή η κατηγορία δεν κάνει λάθη στη χρήση της γλώσσας, γιατί δεν πάσχει από γλωσσικό σνομπισμό.  

     Το ερώτημα είναι ποιοι γραμματιζούμενοι (σπουδαγμένοι) έχουν τα προσόντα να ενταχθούν στη χορεία των «λογίων», που σημαίνει ασφαλώς πως ανήκουν σε μια ανώτερη από την άποψη της καλλιέργειας και της μόρφωσης πολιτισμική και κοινωνική «κάστα», που υπερέχει έναντι εκείνων των γραμματιζούμενων, που δε φροντίζουν το λόγο τους όπως οι «λόγιοι». Στην προκείμενη περίπτωση μάλιστα όσοι χρησιμοποιούν τη δομή ‘αφορά σε’, όπως ο Γ. Μπαμπινιώτης και οι ομοϊδεάτες του, εντάσσονται στην χορεία των «λογίων». Αντίθετα, όσοι χρησιμοποιούν τη δομή ‘αφορά +αιτ.’ (χωρίς το σε) δεν είναι «λόγιοι», αφού δεν προσέχουν τη χρήση της  γλώσσας τους και τη χρησιμοποιούν όπως η γ’ κατηγορία των απαίδευτων.

     Σύμφωνα λοιπόν με τη λογική του Μπαμπινιώτη οι συντάκτες του λεξικού του «Μ. Τριανταφυλλίδη», οι οποίοι συντάσσουν το ‘αφορά’ με απλή αιτιατική, όντας «απρόσεχτοι»,  δεν μπορούν να ενταχθούν στην ανώτερη πολιτισμικά χορεία των λογίων. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούν επίσης να θεωρούνται «λόγιοι» ο Μ. Τριανταφυλλίδης, ο Εμ. Κριαράς, ο Ι. Κακριδής, ο Γ. Θεοτοκάς, ο Γ. Σεφέρης, ο Ν. Καζαντζάκης, ο Ν. Ανδριώτης, ο Μ. Ανδρόνικος, ο Αλ. Δελμούζος, ο Δ. Γληνός και γενικά όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι λογοτέχνες, φιλόλογοι, αρχαιολόγοι κλπ, που διαμόρφωσαν τη δημοτική γλώσσα και πάλεψαν για την καθιέρωσή της, οι οποίοι χρησιμοποιούν τη δομή ‘αφορά+ αιτ’.  Πρόκειται στην πραγματικότητα για τους δημοτικιστές, που στο βιβλίο  «Το γλωσσικό Ζήτημα. Σύγχρονες προσεγγίσεις (2011), εκδ. Βουλή των Ελλήνων», το οποίο επιμελήθηκε ο ίδιος,  τους εντάσσει στη «Σχολή της Θεσσαλονίκης», θεωρώντας τους κάπως υποδεέστερους από τους καθαρευουσιάνους της «Σχολής των Αθηνών», οι οποίοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα με προσοχή, στην οποία φυσικά εντάσσει τον εαυτό του και τους ομοϊδεάτες του.

       Είναι, λοιπόν, φανερό ότι στους «λογίους» εντάσσει τους πρώην καθαρευουσιάνους, ενώ στους «απρόσεχτους γλωσσικά» σπουδαγμένους τους δημοτικιστές, στους οποίους ίσως θα πρέπει να εντάξουμε και τους αρχαίους συγγραφείς Ηρόδοτο (οι βάρβαροι απώρων-αφεώρων-το ιερόν), Δημοσθένη (και την πατρίδα εντεύθεν… αφορώ), Αριστοφάνη (ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα) κ.ά., αφού κι εκείνοι συνέτασσαν το αφορώ με αιτιατική!...

       Η τάση (λόξα) μιας μερίδας γραμματιζούμενων να θέλουν να ξεχωρίζουν όχι με την ποιότητα του περιεχομένου του λόγου τους και την κατανόηση των λεγόμενων και γραφόμενών τους από τους ακροατές/αναγνώστες, αλλά από τη χρήση λέξεων, μορφολογικών τύπων και συντακτικών δομών της αττικής διαλέκτου αρχικά, της καθαρεύουσας αργότερα, είναι μια πολύ παλιά "αμαρτία". Το 19ο αιώνα ονομάστηκε λογιοτατισμός και στη συνέχεια καθαρευουσιανισμός. Έχει την αρχή του στα χρόνια του αττικισμού, όταν οι τότε σοφολογιότατοι θεωρούσαν σημαντική προσωπικότητα μόνον όποιον χρησιμοποιούσε την αττική διάλεκτο. Στο έργο « Οι δειπνοσοφιστές» ο Αθήναιος παρουσιάζει έναν τέτοιο τύπο, τον Ουλπιανό τον Τύριο, τον οποίο αποκαλούσαν περιπαικτικά «Κειτούκειτο», επειδή για κάθε λέξη υπέβαλε το ερώτημα αν «κείται ή ου κείται» στα έργα των αττικών συγγραφέων (Πλάτωνα, Δημοσθένη κλπ).

        Χαρακτηριστικό τύπο «λογιότατου» δημιούργησε ο Δ. Σολωμός  στον περίφημο «Διάλογο» για τη γλώσσα (1824) μεταξύ του Ποιητή και του Σοφολογιότατου, στον οποίο καυτηριάζει με δριμύτητα τις σχολαστικές και αναχρονιστικές αντιλήψεις των τότε καθαρευουσιάνων. «Ο λογιοτατισμός, γράφει το 1856 ο επτανήσιος Αντ. Φατσέας, θέλει την ταπείνωσιν του έθνους του ζώντος, δια να κυβερνά με την γραμματικήν… περιφρονεί το έθνος και ενδομύχως το μισεί. Λέγει ότι θέλει την αρχαίαν, όχι διότι αισθάνεται τι αξίζει η αρχαία, αλλ’ επειδή κατά περίστασιν οι οπαδοί του έμαθον δύο απαρέμφατα από τενεκέ να δεσπόζει το έθνος με την κουτοπονηρίαν» (Α. Δημαράς (1973). Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α’, σ. 141)  

      Βέβαια η κυριαρχία του λογιοτατισμού/καθαρευουσιανισμού μέχρι το 1976 είχε ως αποτέλεσμα ο χρήστης κάποιας μορφής καθαρεύουσας να θεωρείται «λόγιος», μορφωμένος δηλαδή, και να καταλαμβάνει μόνο μ’ αυτό το προσόν δημόσιες θέσεις, κι ας μην μπορούσε να μοιράσει «δυο γαϊδάρων άχυρα». Με την καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας είχαμε πιστέψει πως με την προοδευτική εξαφάνιση των καθαρευουσιάνων και τη διδασκαλία στο σχολείο της νεοελληνικής κοινής θα εξαφανίζονταν και το «φρούτο» του λογιοτατισμού, να θεωρείται δηλ. κάποιος «λόγιος», μορφωμένος, επειδή χρησιμοποιεί εσκεμμένα στο λόγο του κάποια απομεινάρια καθαρευουσιάνικων δομών. Και πραγματικά μέχρι τη δεκαετία τη ’90 π.χ. δε χρησιμοποιούνταν η δομή «αφορά στον/στην, αλλά μόνο «αφορά τον/την».

         Όμως «κακό σκυλί ψόφο δεν έχει». Με σημαιοφόρο τον άλλοτε σφοδρό πολέμιο της δημοτικής Γ. Μπαμπινιώτη άρχισαν σταδιακά να ξαναχρησιμοποιούνται από τον ίδιο και τους ομοϊδεάτες του «λόγιες», δηλ. καθαρευουσιάνικες δομές και τύποι, που τείνουν να καθιερωθούν ιδιαίτερα μετά την έκδοση το λεξικού του το 1997. Σήμερα η τάση αρχίζει να κυριαρχεί, στο βαθμό που αρκετοί γραμματιζούμενοι, που έχουν τη «λόξα» της γλωσσικής διαφοροποίησης από τους πληβείους, να χρησιμοποιούν «καθαρευουσιάνικες ελληνικούρες», γιατί θαρρούν οι δόλιοι πως  μ’ αυτόν τον τρόπο θα   ενταχθούν στη χορεία των κατά Μπαμπινιώτη «λογίων». Ολόκληρος καβγάς π.χ. έγινε σε ραδιοφωνική εκπομπή, όταν ένας συμπαθής  γενικά τραγουδοποιός  επέπληξε ως ανελλήνιστο συνομιλητή του, επειδή χρησιμοποίησε τη δομή «όσον αφορά+ αιτ», παραπέμποντας, προκειμένου να στηρίξει την άποψή του, στο λεξικό του Μπαμπινιώτη. Κι έτσι χωρίς να το καταλάβουμε διάφορες τηλεπερσόνες και «λόγιοι» ανέστησαν τη λογική του λογιοτατισμού, έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα ανήκουν στη χορεία των κατά Μπαμπινιώτη «λογίων». Γι’ αυτό και ψάχνουν  κάθε φορά, όπως ο αρχαίος Κειτούκειτος, αν η φράση που θέλουν να χρησιμοποιήσουν ‘κείται ή ου κείται’ στο λεξικό Μπαμπινιώτη, αγνοώντας φυσικά ακόμα και την ύπαρξη των άλλων λεξικών.  

       Ο μπαμπινιώτειος αυτός λογιοτατισμός, που αντανακλάται σε μια εκσυγχρονισμένη μορφή καθαρεύουσας και είναι κατά τον εισηγητή του «πέραν της δημοτικής και της καθαρευούσης», τείνει να υιοθετηθεί από ορισμένους «λογίους», ιδιαίτερα δημοσιογράφους, και να καταστεί το γλωσσικό αυτό υβριδιακό ιδίωμα στοιχείο διάκρισης και κοινωνικής ανωτερότητας, παράσημο κοινωνικής διάκρισης και πολιτισμικής ανωτερότητας. Κι έτσι, ένα καινούριο ‘γλωσσικό ζήτημα’ θα ξεπροβάλει, για να’ χουμε να τσακωνόμαστε.      

Γιάννης Μπασλής


Νέα Παιδεία (2019), τεύχος 169