ΣΤΟΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ

 

Εμείς οι εκπαιδευτικοί την ξέρουμε από μέσα την εκπαίδευση, τη ζήσαμε και τη ζούμε, η γνώση μας είναι άμεση και βιωματική, όχι μόνο από διαβάσματα και πληροφορίες, οι πληγές της είναι και δικές μας πληγές.

 Έχουμε ακούσει κατά καιρούς από επίσημα χείλη πολιτικών ταγών που αμιλλώνται σε ρητορική πλειοδοσία πολλά και μεγάλα να λέγονται για τη δύναμη και την αξία της παιδείας, για τη σημασία της εκπαίδευσης, για το ρόλο της  στην προκοπή και την ανάπτυξη του τόπου και του λαού, για  τους ανοιχτούς ορίζοντες της γνώσης και άλλα παρόμοια  σπουδαιοφανή. Στην πράξη όμως σπάνια βλέπουμε κάτι που να δείχνει ότι η πολιτική σέβεται όντως και τιμά την εκπαίδευση, ότι φροντίζει για  την ανόρθωση και την αναβάθμισή της. Προσωπικά, αληθινό σεβασμό της πολιτικής στην εκπαίδευση γνώρισα άπαξ στη ζωή μου, το 1964, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου ως πρωθυπουργός κράτησε ο ίδιος το υπουργείο Παιδείας και με υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και Γενικό Γραμματέα του υπουργείου τον Ευάγγελο Παπανούτσο, προώθησαν πραγματικά και συνολικά την εκπαίδευσή μας. Σήμερα βιώνουμε συνεχή απαξίωση της εκπαίδευσης, χωρίς καμιά πολιτική δύναμη να ενδιαφέρεται σοβαρά ή να αντιστέκεται  στη φθορά και στην απαξίωσή της.

Στην πραγματικότητα  βλέπουμε ότι κάθε πολιτικό κόμμα αλλά και κάθε υπουργός παιδείας θεωρεί υποχρέωσή του να ακυρώσει ό,τι επιχείρησε ή ό,τι θέλησε να κάνει ο προκάτοχός του, όχι μόνο του αντίπαλου αλλά και του ίδιου πολιτικού κόμματος ενίοτε, ένα «ράβε-ξήλωνε» που υπονομεύει τη  συνέχεια, τη συνέπεια, και την αξιοπιστία της εκπαίδευσης. Συγχρόνως βλέπουμε μια «άρπα-κόλλα» εκπαιδευτική πολιτική που κινείται σπασμωδικά και κατά το δοκούν λογαριάζοντας το συμφέρον του κόμματος περισσότερο από το συμφέρον της χώρας και της εκπαίδευσης.

Τα τελευταία μάλιστα χρόνια έχει γίνει έμμονη ιδέα η «αλλαγή» η οποία θεωρείται πανάκεια και εφαρμόζεται όχι μόνο σε νοσούντα και δυσλειτουργούντα φαινόμενα (υπηρεσίες, όργανα, πρόσωπα) αλλά και σε όσα υγιή συμβαίνει να υπάρχουν και να λειτουργούν σωστά. Η αλλαγή ούτε διάκριση ανάμεσα σε ξερά και σε χλωρά κάνει ούτε καλύτερη κατεύθυνση υποδεικνύει αλλά με δήθεν νέες ρυθμίσεις  εξυπηρετεί συνήθως κομματικές σκοπιμότητες, καταλύοντας κάθε έννοια αξιοκρατίας και αδιαφορώντας για την προκαλούμενη σύγχυση και αναστάτωση. Διδάσκοντες,  διδασκόμενοι και γονείς συχνά αγνοούν τι άλλαξε και τι ισχύει τώρα,  τι πρόκειται να αλλάξει, γιατί και πώς, και γενικά τι μέλλει γενέσθαι, μέσα στην προχειρότητα και την αναξιοπιστία που επικρατεί.

            Ουσιαστικά η τήρηση των εκπαιδευτικών εν γένει πραγμάτων έχει αφεθεί, εδώ και πολλά χρόνια, στη συνείδηση και στον πατριωτισμό των εκπαιδευτικών, που δεν είναι βέβαια ούτε πάντα ούτε επαρκώς δεδομένα, υπάρχουν όμως ευτυχώς και λειτουργούν. Θα ισχυριζόμουν μάλιστα ότι αν η εκπαίδευσή μας είναι ακόμη όρθια, αυτό οφείλεται στην πίστη, την επιμονή και τη συνέπεια εκπαιδευτικών κάθε βαθμίδας,  οι οποίοι, παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, επιτελούν ακέραια το χρέος τους και  κάνουν σωστά  τη δουλειά τους, αδιαφορώντας για τα πολιτικά πυροτεχνήματα και τις επαναστατικές κορόνες των θορυβοποιών.

Θα άξιζε πράγματι ένα μνημείο ευγνωμοσύνης σ’ αυτόν τον «άγνωστο εκπαιδευτικό» ή έστω μια  μπαλάντα, προσφορά ιερή, όπως αυτή που έγραψε ο Καρυωτάκης για τους άδοξους ποιητές των αιώνων.

Κώστας Μπαλάσκας


Νέα Παιδεία (2019), τεύχος 170