Η ΑΛΛΗ ΟΡΑΣΗ

Οι αρχαίοι Έλληνες όλα τα παράδοξα και τα ανεξήγητα τα απέδιδαν στην ύπαρξη, την παρουσία, την παρέμβαση, τη μεσολάβηση μιας θεότητας, ενός δαίμονα ή δαιμονίου. Ένα από τα παράδοξα και τα ανεξήγητα ήταν βέβαια (και παραμένει άλλωστε) η ποιητική τέχνη, η ποίηση και γενικά η καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν ξέρω αν οι νεότεροι βρήκαν καλύτερες εξηγήσεις για το φαινόμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, οι αρχαίοι πάντως το απέδιδαν στην επενέργεια των Μουσών, που ήταν κόρες του Διός και της Μνημοσύνης, σύμφωνα με τον Ησίοδο και τη Θεογονία του.

Οι Μούσες ήταν εννέα τον αριθμό και η καθεμιά τους είχε την ευθύνη μιας ορισμένης ποιητικής ή καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Η Καλλιόπη της επικής ποίησης και της ρητορικής, η Κλειώ της ιστορικής αφήγησης, η Ευτέρπη της λυρικής ποίησης, η Μελπομένη της μουσικής αρμονίας, η Θάλεια της κωμωδίας και της βουκολικής ποίησης, η Τερψιχόρη του χορού, η Ερατώ της ερωτικής ποίησης, η Πολύμνια της θρησκευτικής και η Ουρανία της αστρονομίας, που εθεωρείτο μάλλον ποιητική ενασχόληση. Δέκατη Μούσα ο Πλάτων ονόμασε τη Σαπφώ και ο Παλαμάς τη ρίμα.

Η εξήγηση λοιπόν του ποιητικού φαινομένου ήταν απλή: ο ποιητής δεν ποιεί αφεαυτού αλλά ποιεί είτε ως διερμηνέας της οικείας Μούσας είτε υπό την επήρεια και την κατοχή της.  Ποιεί ως «μουσόληπτος», σε σύμπραξη δηλαδή με το θείο, τα λόγια του είναι θεόπνευστα, όπως τα λόγια του μάντη, ο οποίος προφητεύει καθ’ υπαγόρευση του Απόλλωνα. Ο ποιητής, όπως και ο μάντης, είναι όργανα δια των οποίων μεταδίδονται θεϊκά μηνύματα. Αμφότεροι διαθέτουν το χάρισμα της διόρασης (ενόρασης) που τους δίνει ο θεός στερώντας τους συχνά τη φυσική όραση. Έτσι ο Δημόδοκος ο αοιδός, έτσι ο Τειρεσίας ο μάντης. Μη βλέποντας τα ορατά και τα υλικά, βλέπουν τα αόρατα και τα υπεραισθητά.

Ο Θεός που τους προστατεύει και τους εμπνέει, τους αποκαλύπτει πραγματικότητες ασύλληπτες από τις αισθήσεις, όχι μόνο για τα παρόντα αλλά και για τα παρελθόντα και για τα μέλλοντα. Το σκοτάδι τους γίνεται πηγή της αληθινής γνώσης, όπως συμβαίνει με τους μύστες και τους μυημένους (μύω = κλείνω τα μάτια) στα μυστήρια ή με αυτούς που κλείνοντας τα μάτια στην πραγματικότητα, ταξιδεύουν όπου θέλουν και βλέπουν ό, τι θέλουν με τη φαντασία τους, όπως ο παππούς στο Μόνο της ζωής του ταξίδιον  του Βιζυηνού ή όπως όλοι όσοι ξέρουν να ενεργοποιούν το «τρίτο μάτι», της αναπόλησης, της επιθυμίας, της νοσταλγίας. Ο Εμπειρίκος το λέει καθαρά

                                   Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες

                                   Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει

                                   Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

Το είχε πει και ο Κορνάρος στον Ερωτόκριτο:

                                   Τα μάτια δεν καλοθωρούν στο μάκρεμα του τόπου

                                   Μα πλια μακρά και πλια καλά θωρεί η καρδιά τ’ ανθρώπου.

Λένε πως ο Γκρέκο έκλεινε τα παράθυρα και τις κουρτίνες στο εργαστήρι του, για να μπορεί να δουλεύει μόνο με το εσωτερικό φως. Το εσωτερικό φως: η μνήμη και η ενόραση, η αναπόληση και η αναβίωση, το όνειρο και το όραμα, η φαντασία και η φαντασίωση, ο πόθος και το πάθος, αυτά δηλαδή που ενεργοποιούν την άλλη όραση και την άλλη έκφραση: την ποιητική, την καλλιτεχνική.

Κώστας Μπαλάσκας


Νέα Παιδεία (2019), τεύχος 171