ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ

Λυπούμαι αλλά δε νομίζω πως άρχισε και  πολύ καλά η «κανονικότητα» στο Υπουργείο Παιδείας και θέλω να ελπίζω πως δε θα είναι έτσι η κανονικότητα  στο εξής. Βέβαια το νέο νομοσχέδιο για την εκπαίδευση δεν το είδαμε ακόμη  αλλά κάποιες δηλώσεις που κυκλοφόρησαν, αν μεταδόθηκαν σωστά, μου φάνηκαν πολύ συντηρητικές, φάνηκαν να βγαίνουν από μακρινό παρελθόν και να μη λαμβάνουν υπόψη τα νέα κοινωνικά δεδομένα και ζητούμενα τόσο της χώρας μας όσο και του πολιτισμένου κόσμου. Σε κάποιους μπορεί να άρεσαν (μπορούμε να βρούμε σε ποιους) γενικά όμως προκάλεσαν μάλλον δυσάρεστη εντύπωση στην εκπαιδευτική κοινότητα. Από νέους ανθρώπους θα περιμέναμε πιο φρέσκες, πιο ανοιχτές αντιλήψεις και κυρίως πιο εναρμονισμένες με τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις του τόπου και του καιρού.

Η πρώτη αντίρρησή μας αφορά το μάθημα της Ιστορίας. Όχι λοιπόν, ο κύριος σκοπός του μαθήματος της Ιστορίας δεν είναι η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης. Ο σκοπός  αυτός είναι όντως ουσιαστικός και γενικότερος, αρκεί να τον ορίσουμε διακρίνοντας το εθνικό από το εθνικιστικό. Η πρόταξή του όμως,  με υπουργική μάλιστα σύσταση και χωρίς διευκρινιστικό σχόλιο, φοβούμαι ότι οδηγεί στο γνωστό και εύκολο δρόμο που αναπαράγει τα εθνικά μας ελαττώματα και καταλήγει  στις απριλιανές και χρυσαυγίτικες φούσκες. Στη διδασκαλία της Ιστορίας, συνδέοντας το εθνικό με το αληθές, ας επιδιώξουμε να εντάξουμε την εθνική στην ιστορική συνείδηση, η ανάπτυξη και η καλλιέργεια της οποίας συνιστά και τον κύριο σκοπό του μαθήματος. Να συνειδητοποιήσει δηλαδή ο μαθητής, ανάλογα με την ηλικία του, την έννοια του χρόνου και του ιστορικού γεγονότος, τους επάλληλους κύκλους από το τοπικό στο παγκόσμιο, την αλληλουχία των γεγονότων και τη συμμετοχή των ανθρώπων σ’ αυτά. Να αντιληφθεί ότι το παρόν προέρχεται από το παρελθόν, ότι το σήμερα προέρχεται από το χθες και ετοιμάζει το αύριο,  ότι το ένα ιστορικό γεγονός φέρνει το άλλο, ότι η ιστορική ροή είναι αιτιακά δομημένη και συνεχής, ότι όλοι μετέχουμε ο καθένας με τον τρόπο του  στην ιστορική ροή. Ασκώντας με παρόμοιες  διεργασίες  την ιστορική όραση και κρίση, καλλιεργούμε  την ιστορική συνείδηση του μαθητή και δι’ αυτής την ιστορική ευθύνη.

Η δεύτερη αντίρρηση αφορά το ούτως ή άλλως προβληματικό μάθημα των θρησκευτικών. Όχι λοιπόν,  η θέση  του ΣτΕ είναι ίσως κατά τα ισχύοντα ορθή νομικά, παιδαγωγικά όμως πάσχει και το Υπουργείο Παιδείας οφείλει να διαχωρίσει τη θέση του. Χωρίς να θέλουμε να υποβιβάσουμε τη θέση της Ορθοδοξίας στη συνείδηση του λαού, ο σκοπός του μαθήματος των θρησκευτικών δεν είναι η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης μόνο των Ορθοδόξων Χριστιανών, διότι αυτό  δίνει όντως την εντύπωση μονομερούς κατήχησης, γεγονός που αφενός δεν συνάδει με τις αρχές της δημοκρατίας και με τον  ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, αφετέρου δημιουργεί προβλήματα στην εκπαίδευση εκτρέφοντας ποικίλες αντιπαραθέσεις. Τα θρησκευτικά, αν θέλουμε να είναι «μάθημα» του  προγράμματος ισότιμο και όχι προαιρετικό (και θέλουμε να είναι, διότι οι θρησκείες έπαιξαν και παίζουν σημαντικό ρόλο στο ιστορικό γίγνεσθαι) πρέπει  να έχουν διδακτέα ύλη η οποία θα στοχεύει κυρίως - και ανάλογα πάντα με την ηλικία των μαθητών - στην καλλιέργεια της θρησκευτικής εν γένει συνείδησης μέσα από το συναίσθημα, τον προβληματισμό και τις απαντήσεις που έδωσαν κατά καιρούς οι άνθρωποι στο μεταφυσικό ερώτημα περί Θεού σε στενή  συνάφεια με το φυσικό ερώτημα πώς  βιωτέον. Αυτά δηλαδή προς τα οποία οι θρησκείες, λίγο – πολύ, συγκλίνουν και επομένως ενώνουν αντί να διχάζουν.

Μια τρίτη αντίρρηση σχετίζεται με τις θέσεις που υποστήριξε πρόσφατα ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ σχετικά με τα Πρότυπα σχολεία, που τα θεωρεί ελιτίστικα και ζητεί την κατάργησή τους, και με τα Πειραματικά σχολεία, στα οποία ζητεί οι μαθητές να εισάγονται όχι με εξετάσεις αλλά με κλήρωση. Χωρίς να μπαίνω εδώ στην ουσία του θέματος, διαπιστώνω ότι οι θέσεις αυτές είναι ταυτόσημες με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και σε φανερή αντίθεση με τις θέσεις που υποστηρίζει η κυβερνητική πολιτική και το Υπουργείο Παιδείας. Δεδομένου ότι ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ ανήκει στη ΔΑΚΕ (τη συνδικαλιστική παράταξη της Ν.Δ.) και δεδομένου ότι χωρίς τη στήριξη ή έστω την ανοχή της ΟΛΜΕ, δεν στεριώνουν τα όποια νέα μέτρα, αναρωτιέμαι αν ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ είναι εκτός κομματικής γραμμής ή αν οι θέσεις του κυβερνώντος κόμματος και της Υπουργού περί αριστείας, προσπάθειας κτλ. δεν εκφράζουν την κομματική  βάση.

 

Κώστας Μπαλάσκας


Νέα Παιδεία (2019), τεύχος 172