ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ

Τα πράγματα (και οι ιδέες και οι καταστάσεις πράγματα είναι) εικονίζονται και αποδίδονται με τις λέξεις με τις οποίες, κατά σύμβαση, τα ονομάζουμε και με τις οποίες τα ανακαλούμε στη συνείδησή μας, οι ομιλούντες τη γλώσσα. Όταν  ακούμε ή βλέπουμε γραμμένες τις λέξεις, περνάμε αυτομάτως από την ακουστική (ή την οπτική) εικόνα τους στην έννοιά τους, από τον ήχο στο νόημα, από το σημαίνον στο σημαινόμενο. Αν  μας είναι άγνωστη κάποια λέξη, αναζητούμε τη σημασία της στο λεξικό. Σε τελική ανάλυση πάντως η πραγματικότητα είναι γλωσσική και γι’ αυτό ρευστή, αφού οι λέξεις δεν είναι πάντα μονοσήμαντες και δεν έχουν σταθερή σημασία ούτε την ίδια σημασία για όλους.

Εκτός από σημασία όμως οι λέξεις μεταφέρουν συχνά συναισθηματικό ή/και ιδεολογικό φορτίο στο περιεχόμενό τους. Όταν λέει κάποιος τουρκαλάς ή γερμαναράς, όταν λέει αράπης, γύφτος, βλάχος, γεροντοκόρη κ.α. εκδηλώνει, εκών – άκων, μειωτική   πρόθεση, απέχθεια, ειρωνεία κ.α. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χρήση πολλών άλλων λέξεων, που ενώ δεν αποτελούν ακριβώς βρισιές (στις οποίες η απέχθεια και η προσβλητική πρόθεση είναι φανερή) ενέχουν όμως αρνητικό φορτίο. Σε παρόμοιες περιπτώσεις ο εκσυγχρονισμός και ο εκπολιτισμός προτείνουν μετονομασίες προς το ηπιότερο, το πολιτικώς ορθότερο, το κοινωνικώς ευπρεπέστερο ή το πιο συμβατό με τα νέα δεδομένα. Άλλο π.χ. «γριά» και άλλο ηλικιωμένη κυρία. Άλλο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και άλλο Προστασίας του πολίτη. Αλλάζοντας το σημαίνον αλλάζει το σημαινόμενο.

Όταν αλλάζει μια ονομασία αυτό σημαίνει ότι άλλαξε ή  ότι θέλουμε να αλλάξει το σημαινόμενο, δηλαδή το περιεχόμενο κάποιου πράγματος. Κάθε νέα ονομασία αποτυπώνει μια  αλλαγή προτείνοντας μια νέα λεκτική πραγματικότητα με την οποία  κάποιος φορέας επιχειρεί  να προωθήσει και να καθιερώσει μια νέα κατάσταση που ανταποκρίνεται καλύτερα στην πολιτική δεοντολογία ή στην ιδεολογία του και στα συμφέροντά του. Έτσι κάθε μετονομασία (πρέπει να) υποδηλώνει και ανάλογη  ιδεολογική (και λειτουργική) διαφοροποίηση, αλλιώς δεν έχει νόημα.

Αποδεχόμενοι τη νέα ονομασία, αποδεχόμαστε και το νέο ιδεολογικό της περιεχόμενο. Άλλο σημαίνει π.χ. η λέξη «συμμοριτοπόλεμος» και άλλο η λέξη «εμφύλιος». Η λέξη «ρατσισμός» η οποία κυριολεκτικά αναφέρεται στη φυλή, στη ράτσα, μετέφερε το περιεχόμενό της και σε  άλλα πεδία. Στην Εκπαίδευση, η πολιτική αλλαγή του 1981 άλλαξε τον «Επιθεωρητή» και στη θέση του έβαλε το «Σχολικό Σύμβουλο». Η μετονομασία του πράγματος εξέφραζε μια άλλη αντίληψη για το ρόλο της εποπτείας και  για τη σχέση προϊσταμένου - υφισταμένου στον εργασιακό χώρο, μια αντίληψη που περνάει από το επί της επιβολής στο συν της συνεργασίας. Η αποδοχή της νέας λέξης και του νέου ρόλου συνδέεται με την ιδεολογία που υπαγόρευσε και επέβαλε την αλλαγή. Τελικά όλα βρίσκονται στις λέξεις, όσα λέγονται και όσα κρύβονται.

Η χρήση των λέξεων λοιπόν φανερώνει και την ιδεολογία του χρήστη. Το να χρησιμοποιεί π.χ. κάποιος τον όρο «λαθρομετανάστης» (όπως λαθρέμπορος, λαθρεπιβάτης…) ή να τον αρνείται, δείχνει ότι αποδέχεται ή αρνείται και τα ισχύοντα  ως προς τα σύνορα. Γι‘ αυτό συχνά οι ιδεολογίες αλλάζουν τα περιεχόμενα των λέξεων ή επινοούν λέξεις κατά το συμφέρον τους, όπως έκαναν οι εμπόλεμοι στον Πελοποννησιακό πόλεμο ονομάζοντας τη σύνεση δειλία και την παράτολμη τρέλα θάρρος (Θουκυδίδης, Ιστορία, 3,82,4). Έτσι και οι αντιεξουσιαστές π.χ. ονομάζουν την κλοπή απαλλοτρίωση, τη βιαιοπραγία ή το φόνο απόδοση δικαιοσύνης και την παραβατικότητα κοινωνική επανάσταση. Με λεκτικές μεταποιήσεις, με αυθαίρετους ορισμούς και με αυτοπροσδιορισμούς οι ιδεολογίες (όπως και οι θρησκείες) κατασκευάζουν τις  δικές τους πραγματικότητες και τις προβάλλουν θηρεύοντας οπαδούς. Το ίδιο άλλωστε κάνει και η «δίκαιη απάτη» της λογοτεχνίας, η οποία συνθέτει με τη φαντασία και προβάλλει λεκτικές πραγματικότητες και κόσμους θηρεύοντας αναγνώστες. 

Κώστας Μπαλάσκας


Νέα Παιδεία (2019), τεύχος 172