ShareThis
Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Ιδιωτικά πανεπιστήμια: το χρονικό και οι κίνδυνοι μιας προαναγγελθείσας εξέλιξης
pic

[4/1/2024]

Ιδιωτικά πανεπιστήμια: το χρονικό και οι κίνδυνοι μιας προαναγγελθείσας εξέλιξης 

Μιλώντας πρόσφατα με έναν έμπειρο και σοβαρό δημοσιογράφο από τον συντηρητικό χώρο για τη νομοθετική πρωτοβουλία σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών (και όχι Ελεύθερων!) Πανεπιστημίων και τη θέσπιση αυστηρών κανόνων λειτουργίας και σύνθετων μορφών εποπτείας και αξιολόγησης, ανησύχησα με τη βέβαια πρόβλεψή του ότι «στην Ελλάδα ζούμε, αντιλαμβανόμαστε τι θα γίνει με τους κανόνες αυτούς!» Επίσης, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρακολουθώ την αρθρογραφία πανεπιστημιακών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, οι οποίοι, παρά την ευρύτερη θετική στάση τους προς την κυβέρνηση, στο ζήτημα αυτό εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό και θέτουν πολύ σοβαρά ερωτήματα, που δεν μπορεί να τα αγνοήσει κανείς, και ιδιαίτερα η Πολιτεία. Άρα το ζήτημα αυτό χρειάζεται νηφάλια κριτική προσέγγιση. Ούτε οδυρμούς ούτε όμως και θριαμβολογίες!

Ως αφετηρία ας λάβουμε τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν ο συνταγματικός νομοθέτης εντάσσει στο Σύνταγμα του 1975 τη σχετική ρύθμιση του άρθρου 16 για τον δημόσιο χαρακτήρα της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται, φυσικά, για συγκυριακή επιλογή ούτε για προϊόν ιδεοληψίας κορυφαίων νομικών και πολιτικών προσώπων της περιόδου. Πρόκειται για θεμελιώδη ιδεολογική αρχή, που εντάσσει την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα σε επίπεδο δημόσιας λειτουργίας και προσφοράς, σε εξίσου σημαντική θέση με άλλες θεμελιώδεις αρχές της κρατικής οργάνωσης και της κοινωνικής εξέλιξης.

Ταυτόχρονα την ίδια περίοδο ως το τέλος της δεκαετίας του ‘80, η μεγάλη αύξηση υποψηφίων για την ανώτατη εκπαίδευση και η αυξανόμενη φοιτητική μετανάστευση αντιμετωπίστηκε από την πλευρά της Πολιτείας με τη δημιουργία νέων ιδρυμάτων στον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας, συχνά χωρίς προγραμματισμό και με ποικίλες τοπικές ή άλλες σκοπιμότητες. Σήμερα αποτιμώντας την τότε πολιτική επιλογή, παρά τα σοβαρά μειονεκτήματα, διαπιστώνουμε την ιδιαίτερη σημασία της και στην πρόσβαση μεγαλύτερου ποσοστού νέων στα πανεπιστήμια και στη δημιουργία ιδρυμάτων με πολύ σημαντική ακαδημαϊκή και ερευνητική συμβολή στην πνευματική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας. Ίσως τότε να είχε ενδιαφέρον να μελετηθεί με σοβαρότερο τρόπο ποιες είναι οι οικονομικές και άλλες ανάγκες της χώρας, σε ποιες σχολές κατευθύνονται ή χρειάζεται να κατευθυνθούν οι περισσότεροι υποψήφιοι, και να ιδρυθούν αντίστοιχες σχολές με τη συμμετοχή κοινωνικών, πολιτιστικών και επιστημονικών φορέων από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Από το τέλος της δεκαετίας του ‘90 και μετά, οι κοινωνικές συνθήκες και οι εξελίξεις στο περιβάλλον της Ανώτατης Εκπαίδευσης μεταβάλλονται άρδην και στην Ευρώπη και ειδικά  στη χώρα μας, με τη συνεργασία και λειτουργία των πανεπιστημίων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τότε, και ειδικά μετά το 2004, υπάρχει μια εκτίναξη των ρυθμών εξωστρέφειας και διεθνούς συνεργασίας (κοινά ερευνητικά προγράμματα, μετακίνηση φοιτητικού και διδακτικού δυναμικού, ίδρυση μεταπτυχιακών προγραμμάτων κ.λπ.). Παράλληλα, αυτή την περίοδο με τη συνεχή αύξηση της ζήτησης για ανώτατες σπουδές εμφανίζεται και η τάση αντιμετώπισης των πανεπιστημιακών σπουδών ως πεδίο αύξησης των οικονομικών πόρων ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, όπου η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων εξασφαλίζεται κυρίως μέσω της προσέλκυσης ξένων φοιτητών. Τότε εμφανίζεται πιο έντονα και στη χώρα μας το αίτημα και η πίεση για ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων με πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 16.

Το αίτημα επανέρχεται την περίοδο 2006-2007 (κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, υπουργός Παιδείας Μ. Γιαννάκου), αλλά η σχετική πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 16 δεν θα ευοδωθεί μετά από πολλές κοινωνικές διαμαρτυρίες αλλά και πολιτικές διαφωνίες. Από τότε αρχίζει σταδιακά μια διαφορετική στρατηγική έμμεσης νομιμοποίησης «της ιδιωτικοποίησης» της Ανώτατης Εκπαίδευσης με πολλούς τρόπους. Ενίσχυση του ρόλου των κολεγίων μέσω συμφωνιών τους με βρετανικά κυρίως ιδρύματα, αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων σε αποφοίτους τέτοιων κολεγίων, εμφάνιση των κυπριακών πανεπιστημίων και δυνατότητα απόκτησης πτυχίου σε ανάλογα τμήματα της Κύπρου και πολλαπλών μεταπτυχιακών τίτλων με εξ αποστάσεως διδασκαλία κ.λπ. Αυτή η δεκαπενταετία, δηλαδή, μπορεί να χαρακτηριστεί η περίοδος όπου κυβερνήσεις και υπουργοί είχαν προλειάνει το έδαφος όχι μόνο για την αναγνώριση ανάλογων τίτλων σπουδών αλλά και την αποδοχή τους ως προσόντων διορισμού κατά κόρον όχι μόνο στην ελεύθερη αγορά αλλά κυρίως στον δημόσιο τομέα. Άρα, η πολιτική πρόθεση για ίδρυση ιδιωτικών (ας αποκαλούνται ευθαρσώς έτσι και όχι με όρους που υποτιμούν τη νοημοσύνη των σκεπτόμενων πολιτών) πανεπιστημίων επανέρχεται σήμερα σε πολύ διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες.

Τα ερωτήματα που χρειάζεται να τεθούν σ’ έναν σοβαρό δημόσιο διάλογο είναι πολλά. Καταρχάς, χρειαζόμαστε ως χώρα άλλα πανεπιστήμια ή χρειάζεται μια ορθολογική αναδιάταξη του ακαδημαϊκού χάρτη με πολιτική τόλμη και ευθυκρισία; Χρειαζόμαστε περισσότερες θέσεις ως χώρα στην ανώτατη εκπαίδευση και σε ποιους επιστημονικούς και επαγγελματικούς τομείς; Υπάρχει κάποια σοβαρή μελέτη-σχεδιασμός από τους αρμόδιους φορείς του Υπουργείου Παιδείας, όπου να αποτυπώνεται η κατεύθυνση της ζήτησης για πανεπιστημιακή εκπαίδευση και πώς μπορεί να καλυφθεί; Διαφορετικά, αναδεικνύεται ο πρώτος κίνδυνος ετερόκλητοι ιδιωτικοί φορείς να ιδρύσουν σε συνεργασία με ξένα κολέγια τμήματα και σχολές ανάλογες με αυτές των δημοσίων πανεπιστημίων. Ένα άλλο ζήτημα είναι αν πράγματι υπάρχει ενδιαφέρον από ξένα πανεπιστήμια υψηλού επιπέδου να ιδρύσουν παραρτήματα στην Ελλάδα; Η διεθνής εμπειρία δεν καταγράφει ανάλογη διάθεση ή στρατηγική, οπότε υπάρχει ο κίνδυνος κατακλυσμού της χώρας από ιδρύματα ευκαιριακού σχεδιασμού ή εμπορικής εκμετάλλευσης τίτλων (με μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα!), όπως έχει συμβεί μέχρι σήμερα.

Δύο είναι τα κεφαλαιώδη ζητήματα-ερωτήματα που χρειάζεται να απαντηθούν και απασχολούν τη χώρα μας σήμερα. Πρώτον, πού θα απασχοληθούν χιλιάδες πτυχιούχοι των πανεπιστημίων με πολύ αυξημένα προσόντα, με ειδικές μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές, τη στιγμή που τόσο η έρευνα όσο και οι αντίστοιχοι τομείς της οικονομίας δεν μπορούν να τους αξιοποιήσουν; Δηλαδή, δημόσια (άρα και ιδιωτικά) πανεπιστήμια σήμερα και στο μέλλον θα παράγουν εξειδικευμένους επιστήμονες για τις οικονομίες άλλων χωρών; Ή όλοι αυτοί θα συνωστίζονται γύρω από θέσεις του δημοσίου τομέα και των πολιτικών μηχανισμών που θα τις διαχειρίζονται; Δεύτερον, πώς να λειτουργήσουν ποιοτικά και «ανταγωνιστικά» δημόσια (ή και ιδιωτικά πανεπιστήμια,) όταν το επίπεδο των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης συνεχώς υποβαθμίζεται και δεν υπάρχει σοβαρός μεταρρυθμιστικός σχεδιασμός για τη βελτίωση της δομής, της λειτουργίας και του τρόπου διδασκαλίας και μάθησης στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης; Λιγότερα συνθήματα και θριαμβολογίες, λοιπόν, σοβαρές και τεκμηριωμένες προτάσεις για τη ριζική βελτίωση της εκπαίδευσης στη χώρα μας με μοναδικό κριτήριο όχι το κέρδος ποικίλων συμφερόντων, αλλά την ποιοτική μόρφωση, τη δημιουργικότητα και την ελεύθερη σκέψη των αυριανών πολιτών, σε πλαίσιο σοβαρής αξιολόγησης. Αυτή θα είναι πραγματική μεταρρύθμιση και προσφορά στη χώρα!

Κώστας Αγγελάκος, Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του περιοδικού Νέα Παιδεία


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο