
[27/12/2025]
Η εκπαιδευτική πολιτική στη χώρα μας ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια ασκείται κυρίως με όρους επικοινωνίας και όχι ουσίας. Πολλά τα σχετικά παραδείγματα, θα παραμείνουμε σε δύο χαρακτηριστικά που επικυρώνουν την παραπάνω διαπίστωση: το λεγόμενο πολλαπλό βιβλίο και την επαναφορά της πρότασης για Εθνικό Απολυτήριο.
Καταρχάς, οι ευρύτερες τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις και η συνθετότητα της γνώσης απαιτούν ένα ποικίλο και πολύπλευρο διδακτικό υλικό στο σχολείο, που υπερβαίνει τα όρια και τις δυνατότητες του παραδοσιακού σχολικού εγχειριδίου. Επίσης, προϋποθέτει μια πολυπρισματικότητα προσεγγίσεων, η οποία θα εκπηγάζει από ανοιχτά προγράμματα σπουδών. Αντί αυτού τι διαπιστώναμε (Νέα Παιδεία, τεύχος 186) μελετώντας τα εδώ και πέντε χρόνια εκπονηθέντα και διαρκώς «εφαρμοζόμενα» προγράμματα σπουδών;
Μετά τρία χρόνια καθυστερήσεων και δύο χρόνια μετάθεσης του χρόνου ένταξης (2027), θα εγκριθούν κάποια βιβλία (όχι «πολλαπλά» σε όλα τα μαθήματα) με τη λογική και τη μορφή που υπογραμμίσαμε προηγουμένως. Και όλα αυτά βασισμένα σε μια προκήρυξη συγγραφής βιβλίων η οποία αντιμετώπισε εκδότες, επιστημονικές ενώσεις και ανεξάρτητους επιστήμονες -συγγραφείς ως υποχείρια που εργάζονται σε συνθήκες γαλέρας επί δύο και πλέον χρόνια, για να καταστούν χορηγοί του Υπουργείου Παιδείας στη συγγραφή βιβλίων και να αμειφθούν με ψίχουλα στο απροσδιόριστο μέλλον! Σ’ αυτό το πλαίσιο ο εκπαιδευτικός, με ελλείψεις στη βασική κατάρτιση και χωρίς ουσιαστική, ενδοσχολική -στην πράξη και όχι μόνο επί της οθόνης-, επιμόρφωση, καλείται να επιτελέσει ένα διδακτικό έργο και να αξιοποιήσει ένα βιβλίο που, τελικά άλλοι, αποφάσισαν γι’ αυτό. Ο ρόλος του στον σχεδιασμό και την οργάνωση της διδασκαλίας, στην παραγωγή διδακτικού υλικού εκφυλίζεται σε μια τυπική διεκπεραίωση εντολών, κατευθύνσεων και διαγωνισμάτων. Διαιωνίζεται έτσι και με το περιβόητο «πολλαπλό βιβλίο» η δογματική αντίληψη ότι η διδασκαλία είναι, και πρέπει να είναι, ένα πλαίσιο απόλυτα προβλέψιμων και αυστηρά προγραμματισμένων (άρα πολιτικά ελεγχόμενων), βημάτων, τα οποία μπορούν να πραγματοποιηθούν από κάθε καθηγητή-εργαλείο, ο οποίος μεταφέρει «γνώσεις» σε μαθητές-αντικείμενα. Πράγματι, αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο υποβιβάζει μαθητές και εκπαιδευτικούς σε άβουλους αποδέκτες μιας "σκηνοθετημένης διδασκαλίας", κατάσταση η οποία δεν συνάδει με το "πρότυπο του ελεύθερου και αυτόνομου πολίτη" που υπερτονίζουν και περιφέρουν επιδεικτικά και υποκριτικά οι φορείς έγκρισης των προγραμμάτων σπουδών και των «πολλαπλών βιβλίων.»
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η πολιτική ηγεσία διαπιστώνοντας την τραγελαφική εξέλιξη του εγχειρήματος για το «πολλαπλό βιβλίο» και γνωρίζοντας τα πολλαπλά προβλήματα που θα προκαλέσει σε επίπεδο Β’ και Γ’ Λυκείου, σε συσχετισμό με τη διαδικασία των πανελληνίων εξετάσεων, επαναφέρει στο προσκήνιο το μακροχρόνιο σύνθημα για τη θεσμοθέτηση του Εθνικού Απολυτηρίου. Και μάλιστα προτείνει εθνικό διάλογο για ένα θέμα που είναι καθαρά ζήτημα άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής και όπως υποστήριζε ο αείμνηστος Ε. Παπανούτσος: ή έχεις συγκροτημένη πολιτική πρόταση εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και την εφαρμόζεις ή διαφορετικά επικαλείσαι δήθεν την πολιτική συναίνεση με τη συνθηματική πρόταση ότι η εκπαίδευση είναι εθνικό ζήτημα, ενώ στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι κάθε άλλο παρά ως εθνικό ζήτημα αντιμετωπίζεται!
Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Οποιοσδήποτε επιστημονικός διάλογος θα πρέπει να επικεντρωθεί στη μορφή και το περιεχόμενο του Λυκείου, ώστε να καταστεί ένα σύγχρονο κέντρο παιδείας σε επίπεδο σύγχρονων γνώσεων, δημιουργικής έκφρασης και αξιακής διαμόρφωσης. Αυτό το διαφορετικό σχολείο δεν μπορεί να διαμορφωθεί από του θιασώτες της Τράπεζας Θεμάτων και του γραφικού πλέον «πολλαπλού» βιβλίου ούτε προϋποθέτει διαρκείς εξετάσεις εξόντωσης και αναπαραγωγής μιας τυποποιημένης γνώσης την οποία θα έλθει να επικυρώσει ένα δήθεν «εθνικό απολυτήριο»!
Κώστας Αγγελάκος, διευθυντής της Νέας Παιδείας.
Περιεχόμενα του τεύχους 195-196
Δείτε πληροφορίες για τη συνδρομή του 2025 στη σχετική ιστοσελίδα.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση, ολική, μερική ή περιληπτική αναπαραγωγή, η κατά παράφραση ή διασκευή των κειμένων που περιέχονται στο τεύχος με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη.