Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Οι δύο πρωταγωνιστές, Ελένη Λόππα, Οι Εμιγκρέ (Ιστορίες ανθρώπων), εκδ. Γαβριηλίδης, 2013

Οι δύο πρωταγωνιστές

Ελένη Λόππα, Οι Εμιγκρέ (ιστορίες ανθρώπων)

εκδ. Γαβριηλίδης, 2013

Το πρώτο βιβλίο της Ελένης Λόππα ήταν ένα μυθιστόρημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία, Το άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης. Το δεύτερο Οι Εμιγκρέ αφορά τρεις ιστορίες ανθρώπων, όπως λέει και ο υπότιτλος, με την έννοια ότι η αφήγηση αγγίζει δυνατά σημεία αλλά και αδυναμίες στη ζωή τους, αφού για την ανθρώπινη φύση πρόκειται. Οι πληροφορίες δίνονται για το ένα πρόσωπο και μέσα από την ιστορία ενός άλλου. Τέμνονται οι ιστορίες-οι ζωές. Οπότε, μπορούμε να μιλήσουμε για μυθιστορηματική σύνθεση με τρία μέρη-ιστορίες.

Οι κεντρικοί ήρωες των ιστοριών: η Πάολα, ο Μπορίς, η Ελένη. Αλλά θα έλεγα ότι υπάρχει και ένας τέταρτος, ο μητροπολίτης Αλέξιος της Α., αφού παίρνει ίσως την πιο μεγάλη απόφαση: να αποσχηματιστεί και να παντρευτεί τη γυναίκα που ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, την Ελένη. Η Πάολα φεύγει από το Βουκουρέστι το 1976, ήδη πενήντα δύο ετών, αναζητώντας μια ανεξάρτητη ζωή, αφήνοντας πίσω της την κόρη και τη μητέρα της. Ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, θα φτάσει στη Νέα Υόρκη, όπως ήταν το όνειρό της, και θα φέρει κοντά της και τις αγαπημένες της. Ο Μπορίς φεύγει κι αυτός από το Βουκουρέστι με την εγκατάσταση του κομμουνιστικού καθεστώτος, το 1948, περίπου τριάντα πέντε ετών, έχοντας σπουδάσει γιατρός. Το Παρίσι θα στεγάσει τις ανησυχίες του, αλλά η έντονη προσωπικότητα και η επαναστατικότητά του θα τον οδηγήσουν για ένα διάστημα και στην Αλγερία. Πειραματίζεται στην Ιατρική, αλλά προς το τέλος της ζωής του τον κερδίζει η Φιλοσοφία. Η Ελένη, ύστερα από έναν άτυχο γάμο, ακολουθεί τον άντρα που θαυμάζει και σέβεται, αλλά δεν είναι βέβαιη ότι λαχταρά ερωτικά, τον Αλέξιο, που αποσχηματίστηκε για χάρη της. Φεύγουν το 1939 για το Παρίσι. Ζει μια άνετη ζωή, τα παιδιά της είναι μαζί τους, σπουδάζουν αυτό που αγαπούν, και η ίδια ασχολείται με τον σχεδιασμό ρούχων, στο ατελιέ υψηλής μόδας που ανοίγει.

Ωστόσο, θα έλεγα ότι δύο είναι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, πέρα από τα πρόσωπα: ο έρωτας και η ατμόσφαιρα μιας εποχής, όπως θα προσπαθήσω να δείξω και στη συνέχεια.

Ο έρωτας παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή των ηρώων, και διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την ταυτότητά τους.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες ζωής σε χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία: η γκρίζα ατμόσφαιρα και η καταπίεση, καθώς οι πρωταγωνιστές αποζητούν τη φυγή από τις χώρες αυτές ή αποθαρρύνονται να επιστρέψουν. Σαν αντίστιξη, η ζωή στο Παρίσι, με τη ζύμωση των ιδεών σε πολιτισμικό και πολιτικό επίπεδο. Η εποχή λίγο πριν από τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ο πόλεμος, η γερμανική κατοχή και η απελευθέρωση αποτελούν, μαζί με όσα προαναφέρθηκαν, τον ιστορικό καμβά πάνω στον οποίο υφαίνεται η πλοκή των ιστοριών.

Μέσα από το Παρίσι κυρίως δίνεται η εικόνα του β΄ παγκοσμίου πολέμου και της γερμανικής κατοχής,  οι βιαιότητες, οι διώξεις Εβραίων και αντιστασιακών. Ύστερα, η ανάκαμψη με την απελευθέρωση, ο Μάης του ’68. Ο πόλεμος στην Αλγερία (1958-1962), η απόκρυψη στοιχείων από την επίσημη Ιστορία και από τους πολιτικούς.

Το Παρίσι κλέβει την παράσταση και με τη ζωντάνια της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής του. Σε μικρότερο βαθμό η Ν. Υόρκη, παράδειγμα του ονείρου των ανθρώπων της εποχής εκείνης για ύψιστη ελευθερία και ευημερία, που αποδεικνύεται τις πιο πολλές φορές ψεύτικο. Πιο αχνά η Πόλη και η Ρώμη. Και πινελιές από την Ελλάδα, με τις επισκέψεις των προσώπων σε συγγενείς τους στη Θεσσαλονίκη. 

Βέβαια, σταθερό σκηνικό και σημείο αφετηρίας αλλά ποτέ επιστροφής για την Πάολα και τον Μπορίς το Βουκουρέστι-Ρουμανία, με την ατμόσφαιρα της ζωής σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς, με τις δεσμεύσεις, τις ελλείψεις, τις αναφορές σε κοινωνικές παροχές, αλλά και τις τεράστιες δυσκολίες για άτομα που ήθελαν να μη νιώθουν εγκλωβισμένα και να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους. Για την ιστορία της Ελένης το κλίμα αυτό, στη Σόφια-Βουλγαρία, δεν αφορά την ουσία της ιστορίας της ούτε τη μετακίνησή της στο Παρίσι. Περιγράφεται όμως σε σχέση με πρόσωπα της οικογένειάς της και με φιλικά της πρόσωπα.

Η επικρατούσα κατάσταση στις χώρες αφετηρίας των προσώπων δημιουργεί μια νοσταλγία υποδόρια, καθώς η θέληση για επιστροφή υπονομεύεται από τις δυσκολίες που επικρατούν εκεί, και μεταβάλλεται σε έγνοια για τα αγαπημένα πρόσωπα που έχουν μείνει πίσω, σε μνήμες, που απελευθερώνονται λυτρωτικά στις συναντήσεις των προσώπων μεταξύ τους και σε αναπόληση ιδιαίτερων προσωπικών στιγμών του παρελθόντος.

Ο ρυθμός της αφήγησης αλλάζει ανάλογα με την ιστορία. Στην Πάολα υπάρχει μια αφήγηση που στέκεται τόσο στον χώρο, όσο και στις λεπτομέρειες των συναισθημάτων της πρωταγωνίστριας. Περισσότερο λεπτομερειακή η περιγραφή στις συνθήκες της εποχής που αναγκάζουν την Πάολα να πάρει τις αποφάσεις της, αλλά και στα συναισθήματά της, κάθε φορά που πρέπει να πάρει μια συγκεκριμένη απόφαση. Επίσης, στις πόλεις-σταθμούς στην πορεία της προς την ατομική της ελευθερία: στην Πόλη, στη Ρώμη, στη Νέα Υόρκη.

Στον Μπορίς, μολονότι την αφήγηση συνοδεύουν λεπτομέρειες από το Παρίσι αλλά και από τις περιπλανήσεις και τα ταξίδια του, ο ρυθμός είναι γρήγορος, και έντονος μαζί. Με κέντρο το Παρίσι «παρελαύνουν» καλλιτέχνες, συγγραφείς, διανοητές, με τους οποίους ο Μπορίς γνωρίζεται ή απλώς παρακολουθεί από απόσταση στιγμιότυπα της ζωής τους και γνωρίζει το έργο τους.

Στην Ελένη η αφήγηση στέκεται στα πολύ κύρια γεγονότα, χωρίς να επιμένει σε λεπτομέρειες της ζωής των ηρώων της ιστορίας. Χωρίς να μπορούμε να ονομάσουμε ελλειπτική την αφήγηση, μπορούμε να πούμε ότι είναι μια αφήγηση με πολλές σιωπές.

Γενικά, θεωρώ ότι η αφήγηση της Λόππα είναι μια αφήγηση με κινηματογραφική χροιά, καθώς εναλλάσσονται οι εικόνες από τα πρόσωπα και τους τόπους, από στιγμιότυπα της προσωπικής ζωής, σε σκηνές της ιστορίας-σκηνές συνόλου. Ο φακός θα ακολουθούσε τον ρυθμό της αφήγησης που περιγράφηκε πιο πάνω.

Η Ελένη ως πρόσωπο έχει τις πιο πολλές σιωπές. Κρύβει τις επιθυμίες της, κρύβει τα συναισθήματά της. Μέσα από την αφήγηση υποβάλλεται η φιγούρα της, λεπτή, κομψή και αέρινη, με τα χρώματα των ρούχων και των αξεσουάρ, πώς αλλιώς όμως αφού με το ρούχο και τη μόδα ασχολείται. Η Ελένη δεν αφήνει να φανούν όσα κρύβονται κάτω από τη φαινομενική ηρεμία. Μόνο στο τέλος της δικής της αφήγησης, που είναι και το τέλος του βιβλίου, αφήνει να ξεσπάσει το συναίσθημα, μέσα από τον απολογισμό για τη ζωή της. Αλλά και τότε, είναι πάλι μόνη, δηλαδή ο απολογισμός της γίνεται χωρίς την παρουσία άλλου ατόμου.

Τα τρία βασικά πρόσωπα εμφανίζονται στις αφηγήσεις των άλλων προσώπων ως η διαφορετική οπτική στα γεγονότα. Θεωρώ ότι είναι επιτυχία της Λένας Λόππα αυτός ο αφηγηματικός χειρισμός, γιατί δεν υπάρχουν επαναλήψεις, αλλά και όταν γίνονται αναφορές στο ίδιο περιστατικό, αυτές συμπληρώνουν την εικόνα που έχει προηγουμένως δοθεί, σαν τα κομμάτια ενός παζλ.

Η αφήγηση γίνεται γενικά σε γ΄ πρόσωπο, από μια αφηγήτρια παντογνώστρια. Κάποιες φορές όμως  η αφηγήτρια σαν να απευθύνεται στον αναγνώστη, γυρίζει την αφήγηση σε α΄ ενικό ή πληθυντικό, για να μας αποκαλύψει σχέσεις συγγένειας  με τα πρόσωπα ή σχέσεις συμπάθειας στις περιπέτειες και στα παθήματά τους. Η αφηγήτρια αγαπάει τους ήρωές της. Τους προσεγγίζει με τρυφερότητα. Προσπαθεί να κρατήσει τις αποστάσεις από τις ζωές των προσώπων, και τα όποια σχόλια διακρίνονται έμμεσα από την έμφαση σε περιστατικά και από τον τόνο της αφήγησης.

Το πρώτο τη βιβλίο της Ελένης Λόππα είναι μια κραυγή ευαισθησίας και μια προσπάθεια, μέσω της γραφής, να καταδυθεί η αφηγήτρια στα άδυτα της ψυχής της και να κατακτήσει τη γνώση του εαυτού της. Στο νέο της βιβλίο πραγματεύεται το θέμα της υπέρβασης. Βέβαια, η  υπέρβαση δεν μπορεί να επιχειρηθεί, αν δεν προηγηθεί η καταβύθιση στο μέσα κόσμο, και αυτό θεωρώ ότι είναι ένα στοιχείο-αρμός ανάμεσα στα δύο βιβλία, ένα κομβικό σημείο θεώρησης των πραγμάτων από την αφηγήτρια και στα δύο κείμενα, εντέλει βασική οπτική της συγγραφέως. Τα μότο στην αρχή του βιβλίου και πριν από κάθε ιστορία συνηγορούν προς την κατεύθυνση της υπέρβασης. Παραθέτω δύο, που τα θεωρώ πολύ χαρακτηριστικά: Αργοπεθαίνει όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα, για να κυνηγήσει το όνειρο, του Πάμπλο Νερούντα, από την αφήγηση της Πάολα. Και Πιάσε το «πρέπει» από το ιώτα και γδάρε το ως το «π», του Οδυσσέα Ελύτη, από την αφήγηση της Ελένης.

Η υπέρβαση τελικά συντρίβει τους ήρωες; Ο Μπορίς χάνεται απογοητευμένος, παρ’ όλα τα ανοίγματα που έχει κάνει. Η Πάολα υποτάσσεται στην κόρη της, εξαιτίας ίσως των τύψεων που νιώθει για τον ρόλο της ως μητέρας. Η Ελένη και ο Αλέξιος νιώθουν την απόφασή τους σαν μια γκρίζα σκιά να βαραίνει τη ζωή τους.

Η υπέρβαση να ιδωθεί σε σχέση με τον έρωτα. Με το θέμα του ηθικού και του μη πρέποντος. Τα ηθικά διλήμματα δεν σχετίζονται μόνον με την εποχή, αλλά θα μπορούσαν να απασχολήσουν και τους σημερινούς ανθρώπους. Η υπέρβαση θα έλεγα ότι σχετίζεται και με την καταβύθιση ενός προσώπου στα ενδότερα της ύπαρξής του, σε μια προσπάθεια να κατανοήσει το βαθύτερο νόημα της, όπως σημειώθηκε. ’λλωστε, δεν φτάνεις στην υπέρβαση, αν δεν κοιτάξεις πολύ βαθιά, και επώδυνα, μέσα σου, κάποτε δεν φτάνεις ακόμη και τότε, καθώς σε εμποδίζουν κοινωνικά στερεότυπα και προσωπικές αναστολές. Η αφηγήτρια στοχάζεται, μέσα από το θέμα της υπέρβασης, για την αναζήτηση, το «πέταγμα» και εντέλει για την ευτυχία, αλλά και για το τίμημά της. Κι αν η ευτυχία είναι δύσκολο να οριστεί, η υπέρβαση δίνει τουλάχιστον το ωραίο ταξίδι, σπάζει τα όρια μιας μετρημένης ζωής και, κατά πώς δείχνει η αφήγηση, κάνει τη ζωή άξια να γίνει συναρπαστική ιστορία.

Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησης που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στο χώρο εκδηλώσεων του βιβλιοπωλείου «Πρωτοπορία», 22.10.2013

 

 


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο