Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Αναπαλαιώνοντας το «νέο» σχολείο: μια καινοφανής πρακτική

Ευχάριστη ήταν πράγματι η έκπληξη από τη δημοσίευση του νέου Προγράμματος Σπουδών της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας. Γιατί, παρόλο που σε ορισμένα σημεία οι συντάκτες του δείχνουν να μην καταφέρνουν να υπερβούν κάποιες χρόνιες ιδεολογικές αγκυλώσεις για το ρόλο του μαθήματος, το Πρόγραμμα Σπουδών στις βασικές του γραμμές δίνει μια καινοτομική προοπτική στην προσέγγιση τόσο των αρχαιοελληνικών κειμένων όσο και της αρχαιοελληνικής γλώσσας: συνεξέταση αρχαίας και νέας ελληνικής γλώσσας, δημιουργική σύνδεση αρχαίου και σύγχρονου κόσμου, η γνώση του παρελθόντος ως ερμηνευτικό εργαλείο για την κατανόηση του ιστορικού γίγνεσθαι, διαλεκτική σχέση γραμματειακού έργου-κοινωνίας και στο επίπεδο της πρόσληψης, αξιοποίηση των ποικίλων μεταφραστικών εκδοχών αλλά και των ποικίλων αναγνώσεων των αρχαιοελληνικών κειμένων... Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί ότι για πρώτη φορά, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σπουδών, ζητούμενο δεν αποτελεί η μετάφραση αλλά η κατανόηση του αρχαιοελληνικού κειμένου. Καινοφανείς πράγματι ιδέες, που επιτρέπουν ένα πιο διερευνητικό κλίμα και μια πιο δημιουργική προοπτική κατά την προσέγγιση των αρχαιοελληνικών κειμένων στο σχολείο. Εκπαιδευτικοί και μαθητές καλούνται να εμπλακούν σε νέες εναλλακτικές πρακτικές στη βάση ενός διερευνητικού και στοχαστικού πλαισίου, που ουσιαστικά προωθεί το πείραμα και τη δοκιμή.

Πώς όμως οι καινοτομικοί αυτοί προσανατολισμοί δεν θα αποδειχθούν για μια ακόμη φορά κενό γράμμα και ρητορικό πυροτέχνημα στην αλυσίδα των χαμένων ευκαιριών και των εικονικών μεταρρυθμίσεων; Σε ποιο βαθμό οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις προτείνονται σε μια φάση που το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι έτοιμο για μια τόσο σημαντική τομή; Κατά πόσο η πολιτεία φροντίζει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο ευεπίφορο σε αυτές τις αλλαγές; Με ποιες δράσεις φροντίζει να αναπτύξει τους υποστηρικτικούς μηχανισμούς που θα επιτρέψουν σε εκπαιδευτικούς και μαθητές να δοκιμάσουν τις προτεινόμενες πρακτικές; Κατά πόσο τελικά οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι μαθητές έχουν τη δυνατότητα να συνδιαμορφώσουν το καινοτομικό αυτό πλαίσιο;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα περιορίζει σημαντικά την αρχική αισιοδοξία.

Αρχικά οι όποιες καινοτομίες ουσιαστικά αναιρούνται όταν περιορίζονται σε τόσο συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια και σε μια πλήρως και αυστηρά προκαθορισμένη ύλη. Κυρίως σε ένα σχολείο με βαθειά ριζωμένη της υλοκεντρική και εξετασιοκεντρική κουλτούρα. Γιατί σε αυτή την περίπτωση το πρόγραμμα σπουδών περιγράφει μια ιδεατή πραγματικότητα, έναν αυθαίρετα κατασκευασμένο μέσο όρο, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της τάξης. Μετατρέπεται έτσι το Πρόγραμμα Σπουδών σε κάτι δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο, σε μια αδιαμφισβήτητη ενότητα, μια διαδικαστική σταθερά, που επιβάλλεται στη βάση ενός συγκεκριμένου προδιαγεγραμμένου εκπαιδευτικού σχεδίου, που δεν λαμβάνει υπόψη του το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πλαίσιο.

Στην ίδια λογική κινείται και το βασικό επιμορφωτικό υλικό που προτείνεται στο πλαίσιο της Μείζονος Επιμόρφωσης. Για παράδειγμα τα συγκεκριμένα προδιαγεγραμμένα σχέδια μαθήματος, με τις περιγραφές των ερωταποκρίσεων, που μας επαναφέρουν στις τυποποιημένες διδακτικές διαδικασίες, αναπαράγουν τον γραμμικό συγκεντρωτικό και απόλυτα ελεγχόμενο σχεδιασμό της εκπαιδευτικής πράξης. Τα προδιαγεγραμμένα με αυτό τον τρόπο κανονιστικά μοντέλα ακυρώνουν και τις όποιες ανοικτές διαδικαστικές αρχές ορίζει το θεωρητικό μέρος του επιμορφωτικού υλικού.

Το χειρότερο όμως είναι ότι όλα αυτά όχι απλώς προτείνονται αλλά και επιβάλλονται από την κορυφή της ιεραρχίας και από τους ειδικούς σε μια περίοδο που τόσο η ευρύτερη οικονομική και συνακόλουθη κοινωνική κρίση όσο και οι ποικίλες εκπαιδευτικές δυσλειτουργίες δημιουργούν ένα κλίμα ανασφάλειας, επιφύλαξης και κυρίως καχυποψίας. Σε μια σχολική χρονιά, για την οποία ο ίδιος ο γενικός γραμματέας του αρμόδιου υπουργείου ομολογεί ότι θα είναι η δυσκολότερη της μεταπολεμικής περιόδου, εκπαιδευτικοί και μαθητές καλούνται όχι τόσο να δοκιμάσουν εναλλακτικές προοπτικές αλλά να υλοποιήσουν αποφάσεις και να υποστηρίξουν αλλαγές, που προβάλλονται ως η μόνη και αδιαπραγμάτευτη επιλογή. Χωρίς την προαπαιτούμενη συμμετοχή στον καθορισμό του καινοτομικού πλαισίου. Χωρίς τη σταδιακή εξοικείωση με τις εναλλακτικές πρακτικές. Χωρίς τελικά την απαραίτητη υποστήριξη στη βάση ενός ισότιμου διαλόγου και όχι μιας υποτιμητικής καθοδήγησης.

Γιατί άραγε τόση βιασύνη; Ποιους εξυπηρετεί μια τέτοια πρακτική;


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο