Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Γιάννης Μπασλής, Εισαγωγή στη Διδασκαλία της Γλώσσας, μια σύγχρονη ολιστική και επικοινωνιακή προσέγγιση.

Γιάννης Μπασλής, Εισαγωγή στη Διδασκαλία της Γλώσσας, μια σύγχρονη ολιστική και επικοινωνιακή προσέγγιση, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ.292.

Το βιβλίο αυτό του Γιάννη Μπασλή αποτελεί μια σημαντική προσφορά στη μελέτη και τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Ο συγγραφέας γλωσσολόγος και άξιος δάσκαλος, με άρτιο επιστημονικό εξοπλισμό μας δίνει ένα βιβλίο που δεν μας εισάγει απλά στη διδασκαλία της γλώσσας, αλλά μας δίνει με τρόπο επιστημονικό και παιδαγωγικό τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη διδασκαλία της γλώσσας. Ο υπότιτλος μας προετοιμάζει για το περιεχόμενο του βιβλίου που μας εξοικειώνει με τις πλέον σύγχρονες γλωσσολογικές θεωρίες για τη διδασκαλία της γλώσσας. Η αφιέρωση στο δάσκαλό του σημαίνει και σημασιοδοτεί την ευαισθησία του συγγραφέα για το πώς διδάσκεται σήμερα η γλώσσα και πώς μπορεί ο σημερινός δάσκαλος να τη διδάξει καλύτερα έχοντας τον απαραίτητο εξοπλισμό, που μπορεί να τον αποκτήσει και αυτομορφούμενος με βιβλία επιστημονικά άρτια και παιδαγωγικά κατάλληλα.

Η δομή και η οργάνωση του βιβλίου δίνεται λεπτομερώς στα περιεχόμενα όπου από τη συνοπτική ιστορική παρουσίαση της διδασκαλία της γλώσσας στον τόπο μας ο συγγραφέας μας πληροφορεί για τη γλωσσική διαφοροποίηση, για τη γλωσσολογία και τη διδασκαλία της γλώσσας, για τον τρόπο που κατακτά τη γλώσσα το παιδί, για τον γραμματισμό, για τον προφορικό λόγο και τα συστήματα γραφής, για τη δεξιότητα και τη διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής, για τη διδασκαλία της γραμματικής και τη γλωσσική ικανότητα έως τη δυσλεξία, τη διδασκαλία της περίληψης, τη χρήση του Η/Υ στην καλλιέργεια της γλώσσας και τέλος την αξιολόγηση του γλωσσικού μαθήματος.

Στην Εισαγωγή των τεσσάρων σελίδων μας παρουσιάζει τα πρώτα σχολικά βιβλία της γλώσσας που λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα της σύγχρονης γλωσσολογίας από το 1982 στο δημοτικό, 1984 στο γυμνάσιο και 1987 στο λύκειο. Εστιάζει στους παράγοντες που επηρέασαν τη διδασκαλία της γλώσσας και της ανάδυσης του γραμματισμού (Vygotsky, έμφαση στον κοινωνικό χαρακτήρα της μάθησης, στη μάθηση σε ομάδες, στην ολιστική προσέγγιση, στις συνθήκες επικοινωνίας). Έτσι, αναφέρεται στο επικοινωνιακό μοντέλο διδασκαλίας της γλώσσας, αλλά και στους κύριους στόχους συγγραφής του βιβλίου του, που είναι η ενημέρωση, η κατανόηση των νέων επιστημονικών δεδομένων και η βοήθεια των εκπαιδευτικών στην εφαρμογή του επικοινωνιακού μοντέλου διδασκαλίας της γλώσσας (σελ. 16). Συνεπώς ο αναγνώστης θα βρει σε αυτό το βιβλίο τις σύγχρονες αντιλήψεις για τη γλώσσα και τη διδακτική της.

Πιο αναλυτικά, το πρώτο κεφάλαιο αφού κατατοπίσει τον αναγνώστη για τα γεωγραφικά, κοινωνικά ιδιώματα και για τις διαλέκτους παρουσιάζει το φαινόμενο της διγλωσσίας στη γλώσσα μας από τον 18ο και 19ο αιώνα έως τον 20ο με το γλωσσικό ζήτημα και την οριστική του λύση με την επικράτηση της δημοτικής το 1976. Το «παιχνίδι» δημοτική-καθαρεύουσα με όλες τις προεκτάσεις το πλήρωσε ο τόπος μας με το «λειτουργικό αναλφαβητισμό» των Ελλήνων που αντί για αυτοκριτική μερικοί ακόμα και σήμερα αναζητούν τη λύση σε παραδοσιακά στερεότυπα, π.χ. ενίσχυση της μητρικής γλώσσας μέσα από τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Στο δεύτερο κεφάλαιο γίνεται η συνοπτική, αλλά πλήρης εισαγωγή του σε θέματα γλωσσικής διαφοροποίησης, ώστε να κατανοηθεί η δυναμική τους και η διδακτική τους αξιοποίηση. Δίνεται πολύ εύστοχα ο τρόπος που μια διάλεκτος ανάγεται σε επίσημη γλώσσα ή εκπίπτει μέσα από επιστημονικά κριτήρια και σύγχρονες έρευνες (επίπεδα ύφους, θεωρίες Labov και Bernstein κ.ά.). Έτσι, μελετάται η γλώσσα από την κοινωνιολογική της άποψη-κοινωνικές προκαταλήψεις και γλωσσικά ιδιώματα-, στοιχεία που πρέπει να γνωρίζει ο δάσκαλος και ο φιλόλογος που διδάσκουν γλώσσα στο σχολείο.

Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η διδασκαλία της γλώσσας διαχρονικά, αλλά και σύμφωνα με τη σύγχρονη γλωσσολογία (όχι μονάδα η λέξη μετά τον Σοσύρ, αλλά μελέτη συγχρονική και διαχρονική, ισοτιμία στην προφορική και γραπτή επικοινωνία, συνταγματικός και παραδειγματικός άξονας σύμφωνα με τον οποίο έγιναν τα βιβλία για τη διδασκαλία της γλώσσας το 1982). Τα νέα βιβλία 2006-7 πέρα από ασκήσεις δομικού χαρακτήρα δίνουν έμφαση στον επικοινωνιακό παράγοντα. Για ενημέρωση του εκπαιδευτικού παρουσιάζονται και οι σύγχρονες γλωσσολογικές σχολές με τις μεταξύ τους διαφοροποιήσεις. Στο τέταρτο κεφάλαιο ενημερώνεται επιστημονικά και παιδαγωγικά πώς γίνεται η κατάκτηση της γλώσσας από το παιδί από το σπίτι στο νηπιαγωγείο και μετά στο σχολείο. Παρουσιάζονται τα διάφορα στάδια ανάπτυξης του παιδιού από το προλεξικό στο ολοφραστικό και φωνολογικό στάδιο έως την στιγμή που χρησιμοποιεί τις προτάσεις και φτάνει στην ολοκλήρωση κατά το 2ο με 4ο έτος. Πολύ ενδιαφέροντα είναι αυτά τα υποκεφάλαια όπως και η κοινωνιογλωσσική εξέλιξη του παιδιού.

Θεωρώ ότι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι το σχετικό με την ανάδυση του γραμματισμού όπου ο αναγνώστης ενημερώνεται για το πώς μαθαίνουν τα παιδιά, για τις διαδικασίες κατάκτησης της γλώσσας και τους παράγοντες που το επηρεάζουν (οικογένεια, σχολείο, παρέα) στοιχεία που πρέπει να γνωρίζει ο νηπιαγωγός, ο δάσκαλος και ο φιλόλογος για την καλύτερη οργάνωση του μαθήματός τους. Στο έκτο κεφάλαιο ο Γ. Μπασλής μας μυεί όχι μόνον επιστημονικά, αλλά και διδακτικά-παιδαγωγικά στην παραγωγή προφορικού λόγου- επίπεδα ομιλώ και ακούω -στη διαδικασία της μάθησης αυτής της ικανότητας και δεξιότητας. Εστιάζει στις τέσσερις λειτουργίες της ομιλίας (την επικοινωνιακή, την κοινωνική, την εκφραστική και τη μαθησιακή) και μας προβληματίζει σχετικά με το πώς και πόσο παράγεται και προάγεται ο προφορικός λόγος στο σχολείο με την παρέμβαση της «αυθεντίας» του δασκάλου και του φιλολόγου. Πολύ σημαντικό είναι και το κεφάλαιο που αναφέρεται στην καλλιέργεια της ακρόασης ως κατανόησης, ως κοινωνικής και δημιουργικής διαδικασίας και ως επιθυμίας του ίδιου του μαθητή να ακούει. Άρα τα γλωσσικά επίπεδα ακούω κατανοώ είναι δεξιότητες που πρέπει να κατακτηθούν στο δημοτικό και το γυμνάσιο. Στο πλαίσιο της παραγωγής προφορικού λόγου γίνεται αναφορά στην αφήγηση και την περιγραφή πάντα σε σχέση με το επικοινωνιακό πλαίσιο και τις απαιτήσεις της περίστασης επικοινωνίας που λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες του ακροατηρίου. Οι αφηγήσεις και οι περιγραφές είναι σημαντικές δραστηριότητες για την καλλιέργεια της γλώσσας και της δεξιότητας παραγωγής λόγου σε συγκεκριμένο θέμα και σε συγκεκριμένο κειμενικό είδος ή η ανάπτυξη θέματος χωρίς προετοιμασία όπου ο εκπαιδευτικός μπορεί να παρατηρήσει την οργάνωση των επιχειρημάτων, την ποιότητα των απόψεων των μαθητών του, τη συνεχή ροή του λόγου, την απαγγελία, τον επιτονισμό, τις κινήσεις των χεριών , αλλά και την πρωτοτυπία των απόψεων, το χιούμορ, το λεξιλόγιο. Αυτά τα στοιχεία μπορούν να αποτελέσουν και κριτήρια αξιολόγησης του παραγόμενου προφορικού λόγου των μαθητών. Ο συγγραφέας αναφέρεται και στην ανάπτυξη ενός θέματος με ή χωρίς συντονιστή βάζοντας τις προϋποθέσεις της καλής συζήτησης, τον στόχο της επικοινωνιακής δεξιότητας που είναι η συνεργασία με την ομάδα και τον σκοπό σχετικά με την ικανότητα των συνομιλούντων να συνεργάζονται σε μια συζήτηση δίνοντας καθαρά τις προτάσεις τους, ακούγοντας τους συνομιλητές και προάγοντας τη συζήτηση για να δοθεί κάποια λύση στο υπό συζήτηση θέμα. Αυτή η δραστηριότητα είναι πολύ σημαντική, διότι σήμερα γινόμαστε ακροατές ανάλογων συζητήσεων στην τηλεόραση, που όχι μόνο δεν πληρούν τους όρους της καλής συζήτησης, αλλά δεν ακούνε τις απόψεις των άλλων ώστε να δοθεί μια λύσει στο υπό συζήτηση θέμα. Δηλαδή, οι φωνές, τα μη πειστικά επιχειρήματα, η μη υποχώρηση ώστε να εξεταστεί και η άποψη του άλλου αναδεικνύουν ότι εμείς οι ενήλικες πάσχουμε από «λειτουργικό αναλφαβητισμό» και οφείλουμε ως εκπαιδευτικοί να δώσουμε την ευκαιρία ανάπτυξης αυτών των δεξιοτήτων στους μαθητές μας.

Στο έβδομο κεφάλαιο ο συγγραφέας παρουσιάζει τα συστήματα της γραφής ώστε να κατανοήσει ο εκπαιδευτικός τη διαδικασία της ανάγνωσης και της γραφής και να αναρωτηθεί πώς μαθαίνει ένα παιδί να διαβάζει και να γράφει ώστε να λειτουργήσει θετικά και ενισχυτικά για την καλλιέργεια αυτών των δεξιοτήτων στους μαθητές του. Στο όγδοο και ένατο κεφάλαιο δίνονται η διδασκαλία της ανάγνωσης, τα μοντέλα ανάγνωσης, ο ρόλος των γονέων στην πρώτη ανάγνωση των παιδιών, η ενημέρωση που πρέπει έχουν από το σχολείο για να μην αναπαράγουν παραδοσιακούς τρόπους ανάγνωσης ξεπερασμένους από τη σύγχρονη γλωσσολογία και παιδαγωγική και οι εναλλακτικές δραστηριότητες για την καλλιέργεια της ανάγνωσης στο σχολείο (συνανάγνωση, ανάγνωση κατά ζεύγη, προετοιμασμένη ανάγνωση, ομαδική ανάγνωση).

Το δέκατο κεφάλαιο αναφέρεται στο θέμα της γραφής, στις διαφορές προφορικού και γραπτού λόγου, στο μαθητή ως συγγραφέα και στον στόχο της γραφής, στην ορθογραφημένη γραφή, στην καλλιέργεια του γραπτού λόγου και όχι στην έμφαση της μεταγλώσσας. Η διδασκαλία της γλώσσας, ανάλυση και παραγωγή, γίνεται σε όλα τα επίπεδα με έμφαση στην επικοινωνία (λέξη, πρόταση, κείμενο, επικοινωνία). Το παιδί με τη γραφή- ανάλογα με το θέμα-πρέπει να επιλέξει τον κατάλληλο γλωσσικό κώδικα, το επίπεδο ύφους, να μην ξεχνάει τόσο τον σκοπό για τον οποίο γράφει το κείμενό του όσο και τον αποδέκτη του κειμένου του. Έτσι διαφορετικά θα οργανώσει τον γραπτό του λόγο αν γράφει για τον εαυτόν του ένα ημερολόγιο, διαφορά αν απευθύνεται στον δάσκαλό του ή σε άλλους γνωστούς ή σε άγνωστο κοινό και επιδιώκει με το κείμενό του να ευχαριστήσει, να πείσει, να ψυχαγωγήσει ή απλώς να πληροφορήσει. Είναι ολοφάνερο ότι ο λόγος που γράφει προσδιορίζει το επίπεδο ύφους, την επιλογή του λεξιλογίου, το κειμενικό είδος που θα επιλέξει κ.ά. Όλα αυτά είναι σύνθετες νοητικές λειτουργίες που αφού καλλιεργηθούν προφορικά καταλήγουν στη γραφή που είναι πιο απαιτητική από τον προφορικό λόγο τόσο στη δομή και οργάνωση όσο και σε όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν για να έχει αποτέλεσμα, δηλαδή για να επικοινωνήσει αποτελεσματικά ο πομπός-παιδί με τον αποδέκτη του κειμένου του. Τέλος ο συγγραφέας δίνει τρόπους καλλιέργειας του δημιουργικού γραψίματος. Στο ενδέκατο κεφάλαιο αναφέρεται στη διδασκαλία της γραμματικής μέχρι το 1983 που έδινε έμφαση όχι τη χρήση της γλώσσας, αλλά στη μεταγλώσσα και στην αλλαγή της διδασκαλίας της γλώσσας μετά το 1982 που σύμφωνα με τα επιστημονικά και παιδαγωγικά δεδομένα δίνει έμφαση στη δομική προσέγγιση της γλώσσας από την πρόταση στη λέξη. Έτσι, η επικοινωνιακή λειτουργία της γλώσσας ενώ εξαγγέλλεται δεν υλοποιείται με τα βιβλία έως το 2006. Τα νέα βιβλία 2006-7 έχουν επικοινωνιακή στόχευση χωρίς να απουσιάζουν και ασκήσεις δομολειτουργικού χαρακτήρα.

Ακολουθεί το δωδέκατο κεφάλαιο που αναφέρεται σε ένα σημαντικό θέμα όπως είναι η δυσλεξία, δίνεται ο ορισμός, τα χαρακτηριστικά και οι μορφές δυσλεξίας με τις συνακόλουθες δυσκολίες στην ανάγνωση και τη γραφή, κυρίως την ορθογραφία και πώς μπορεί να διδαχθεί η γλώσσα σε δυσλεκτικά παιδιά. Το θέμα της περίληψης, που απασχολεί μαθητές και εκπαιδευτικούς τόσο στο δημοτικό όσο και στο γυμνάσιο και το λύκειο, ο συγγραφέας το διαπραγματεύεται στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο. Δίνεται έμφαση στην οριοθέτηση του τι εννοούμε λέγοντας περίληψη, ποιες δεξιότητες απαιτούνται για τη γραφή της περίληψης και ως μαθησιακή δραστηριότητα αιτιολογεί γιατί έχει πολλή μεγάλη σημασία οι μαθητές να μπορούν να γράφουν μια καλή περίληψη. Συνεπώς, αφού ζητάμε από τους μαθητές να γράφουν περίληψη, αυτό συνεπάγεται το αυτονόητο, ότι δηλαδή η περίληψη είναι διδακτή. Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στο πώς μπορεί να διδαχθεί αποτελεσματικά η περίληψη, εστιάζοντας τη γραφή του στα ακόλουθα: πώς γράφεται, τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το κείμενο που θα αποδοθεί περιληπτικά, πώς αξιολογείται, δηλαδή ποιοι παράγοντες αποτελούν κριτήρια γραφής για μια καλή περίληψη ώστε με βάση αυτά να αξιολογούνται οι μαθητές.

Από ένα βιβλίο για τη διδασκαλία της γλώσσας δεν παραβλέπεται η χρήση του Η/Υ στην καλλιέργεια της γλώσσας. Ο συγγραφέας στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο μας δίνει τρόπους αξιοποίησης του ηλεκτρονικού υπολογιστή στη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος, στην επεξεργασία και βελτίωση των κειμένων των μαθητών, στην εξεύρεση και διδακτική αξιοποίηση των πολυτροπικών κειμένων, στη διαχείριση των πληροφοριών, αλλά και στο νέο γραπτό κώδικα τηλεπικοινωνίας, τα γνωστά SMS, που κινούνται ανάμεσα στον προφορικό και τον γραπτό γλωσσικό κώδικα. Τέλος ακολουθεί το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο όπου παρουσιάζονται οι τρόποι αξιολόγησης και το τι αξιολογεί ο δάσκαλος ως παιδαγωγική πράξη. Ακολουθεί η πληροφόρηση για τους τύπους αξιολόγησης (διαγνωστική, διαμορφωτική, τελική ή συνολική), για την αξιολόγηση της ικανότητας του παιδιού να επικοινωνεί προφορικά. Στην αξιολόγηση του γραπτού του λόγου αξιολογείται το γραπτό κείμενο ως προς τη μορφολογία, τη σύνταξης και την ορθογραφία, αλλά και ως προς το γλωσσικό ύφος και το περιεχόμενο. Αυτό προϋποθέτει ότι ο εκπαιδευτικός παρατηρεί προσεκτικά το γραπτό του μαθητή, το αναλύει και διερευνάει αν ανταποκρίνεται στο θέμα, στον στόχο για τον οποίο γράφτηκε, στις ικανότητες του παιδιού, στον αποδέκτη και στην περίσταση επικοινωνίας. Έτσι έχει κάποια αντικειμενικά δεδομένα ο εκπαιδευτικός για την αξιολόγηση που συγκροτούν κριτήρια, τα οποία καλό είναι να τα γνωρίζουν και οι μαθητές. Ακολουθούν ο επίλογος του συγγραφέα, η πλούσια ελληνόγλωσση και ξένη βιβλιογραφία και το ευρετήριο ονομάτων και όρων.

Επίσης, αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις Νεφέλη και στον υπεύθυνο της σειράς Φώτη Καβουκόπουλο, γλωσσολόγο, που επιμελήθηκε το βιβλίο σε σελιδοποίηση και τυπογραφική διόρθωση, για τη λιτή και επιβλητική παρουσία αυτού βιβλίου και για την προσεγμένη έκδοση.

Αξίζει να προστεθεί ότι προσωπικά αποκόμισα πολλά από τη μελέτη αυτού του βιβλίου, το συνιστώ στους εκπαιδευτικούς και θεωρώ ότι ο συγγραφέας με όλο αυτό το επιστημονικό και παιδαγωγικό υλικό ενημερώνει τον εκπαιδευτικό ώστε να διδάξει υπεύθυνα τη γλώσσα έχοντας αποκτήσει συνοπτικά τη σύγχρονη γλωσσολογική «σκευή» και τις προσφορότερες παιδοκεντρικές τεχνικές διδακτικής του γλωσσικού μαθήματος. Ο Γιάννης Μπασλής ως ενημερωμένος επιστήμονας και επαρκής δάσκαλος μας έδωσε ένα βιβλίο πολύ χρηστικό και χρήσιμο, δηλαδή, μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή για τη διδασκαλία της γλώσσας, ένα βιβλίο απαραίτητο για τον δάσκαλο και τον φιλόλογο και για κάθε μελετητή της γλώσσας.


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο