Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Ν. Σιδέρης, "Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!"

Απόσταγμα επιστημονικής εμπειρίας

Ν. Σιδέρης, "Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!". Μεταίχμιο, 2009.

Αποφασίσαμε να προβούμε στην παρούσα βιβλιοπαρουσίαση επειδή η ανάγνωσή του γέννησε τη φιλοδοξία μας να φέρουμε σε επαφή το αναγνωστικό κοινό του περιοδικού με την προβληματική που σήμερα ονομάζεται 'κρίση στην οικογένεια', θεωρώντας ότι ο συγγραφέας του απαντά στο αγωνιώδες ερώτημα που έντονα απασχολεί τις ενήλικες συνιστώσες της παιδοκεντρικής οικογένειας, αλλά και τους πάσης φύσεως διανοητές και ειδικούς τα τελευταία χρόνια και στη χώρα μας. Το ερώτημα είναι 'τις πταίει' για την αδυναμία συγκρότησης ενός οικογενειακού λειτουργικού πλαισίου, μέσα στο οποίο θα συνοικούν, αλλά και θα σχετίζονται μεταξύ τους γονείς και παιδιά υπό τη σκέπη ενός δεσμού, αναλαμβάνοντας ο καθένας από τη μεριά του το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί ως εκ της θέσεώς του.

Το βιβλίο του Ν. Σιδέρη δεν αποτελεί έρευνα με την τυπική σημασία του όρου, δηλαδή με την έννοια ότι προκύπτουν συμπεράσματα από μια αυστηρή μεθοδολογία ποσοτικής και ποιοτικής ανάλυσης δεδομένων, αλλά συνιστά απόσταγμα εξαγόμενο από τη ζύμωση της άρτιας θεωρητικής κατάρτισης του συγγραφέα, την οποία κανείς εύκολα διακρίνει ανάμεσα στις γραμμές, πίσω από τον ανεπιτήδευτο λόγο και της μεγάλης κλινικής του εμπειρίας, ψήγματα της οποίας καταθέτει ο ίδιος στο βιβλίο του.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια, η έντονα εκπεφρασμένη αγωνία και ανάγκη των ανθρώπων να ανταποκρίνονται με επάρκεια στους διάφορους ρόλους τους - μεταξύ αυτών και του συζυγικού ή του γονεϊκού- οδήγησε στην αναζήτηση αρχών αλλά και συνταγών για την επιτυχία του εδέσματος που λέγεται ζωή. Η ανταπόκριση από μέρους των 'ειδικών' υπήρξε άμεση. Πληθώρα βιβλίων, άρθρων σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας, τηλεψυχολόγων και τηλεψυχοπαιδαγωγών παρέχουν οδηγίες και συνταγές ευτυχίας, ερωτικής αρμονίας, αρμονικής οικογενειακής συμβίωσης κ.ά. Το βιβλίο αυτό θα λέγαμε ότι στέκεται στον αντίποδα αυτής της λαίλαπας των επαϊόντων του ευ ζην, για το λόγο ότι επανατοποθετεί το θέμα με το οποίο καταπιάνεται - τη σχέση γονιού και παιδιού- μέσα στην ίδια την οικογένεια, εκεί όπου φύεται και ανθίζει ή μαραίνεται, επαναφέροντας στο προσκήνιο την ηθική της ευθύνης των ενηλίκων απέναντι στους ανήλικους και δεν το προσφέρει θυσία στο βωμό της εξατομίκευσης, της αυτοπραγμάτωσης με γνώμονα τον εγωκεντρισμό, του παλιμπαιδισμού και της ψυχικής τελμάτωσης που το κυρίαρχο ιδεολογικο-πολιτικο-οικονομικό μοντέλο προωθεί, ανάγοντας τις ανθρώπινες σχέσεις σε προϊόν που κάποιος μπορεί να αγοράσει από εκείνους που κατέχουν τη γνώση και την τέχνη τους.

Στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας εξυψώνοντας τη γονεϊκή λειτουργία σε γονεϊκή υπερηφάνεια διατείνεται πως 'το να μεγαλώνεις παιδί, το να είσαι πατέρας ή μητέρα, άξιον εστί', προοικονομώντας με την έκφραση αυτή το ειδικό βάρος που αποδίδεται στη συνέχεια στη γονεϊκή ιδιότητα. Το βιβλίο περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια δομημένα στη βάση μιας αλληλουχίας νοηματικών σχέσεων που σκιαγραφούν μέσα από διαδοχικές παραμέτρους το προφίλ, όχι του ιδανικού γονέα, αλλά εκείνου που μπορεί να αποτελέσει σταθερό σημείο αναφοράς της ψυχοδιανοητικής συγκρότησης του παιδιού.

Στο πρώτο κεφάλαιο προσδιορίζεται η γονεϊκή ιδιότητα εν είδει αξιωματικών αρχών, ως ανέκκλητη και αδιαπραγμάτευτη: οι γονείς είμαστε εγγυητές, ρυθμιστές και φύλακες του οικογενειακού πλαισίου, για να είσαι γονιός δεν προϋποτίθεται η έγκριση του παιδιού, η ιδιότητα του γονιού και η ιδιότητα του παιδιού δεν είναι καρπός συμφωνίας των δύο μερών, κ.ά. Η ιδιότητα αυτή και τα εγγενή χαρακτηριστικά της οφείλουν, κατά τον συγγραφέα, να είναι εδραιωμένα στη συνείδηση των γονέων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρούν αυτονόητο ότι αφ' ενός η ευθύνη της ανατροφής των παιδιών τους και η διαχείριση των όποιων προβλημάτων προκύπτουν κατά την άσκησή της, βαραίνει τους ίδιους και όχι κάποιους αυτόκλητους ή ετερόκλητους διαχειριστές κρίσεων, και αφ' ετέρου να αντιληφθούν ότι η αδυναμία να λειτουργήσουν σύμφωνα με τα όσα επιτάσσει η γονεϊκή ιδιότητα δημιουργεί πλάσματα τραγικά - τα παιδιά τους- ακυβέρνητα, απροστάτευτα, ακαθοδήγητα, έρμαια των παθών και της παιδικής ακρισίας και εν τέλει θύματα της ψυχικής ορφάνιας τους και επιρρεπή σε κάθε μορφής εκμετάλλευση.

Κύριος νοηματικός άξονας του δευτέρου κεφαλαίου, γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται η σκέψη του συγγραφέα αποτελεί η αναγκαιότητα συνειδητοποίησης από μέρους των γονέων, αλλά και των παιδιών μέσω της γονεϊκής συμπεριφοράς, ότι η δομή και η λειτουργία της οικογένειας διέπεται από βιολογικές και συμβολικές ασυμμετρίες οι οποίες συνάδουν προς την ασυμμετρία της ίδιας της πραγματικότητας. Οι βιολογικές ασυμμετρίες συμπληρώνονται από τις συμβολικές, οι οποίες δεν διαμορφώνονται βάσει διαπροσωπικών ή διοικογενειακών διαπραγματεύσεων, αλλά ενυπάρχουν ως υιοθετημένοι από όλα τα μέλη της οικογένειας θεσμικοί κώδικες και κοινωνικοί κανόνες, και είναι παρούσες ακόμη και όταν οι γονείς 'γίνονται παιδιά' προς χάριν των παιδιών τους. Ο συγγραφέας καταφέρεται εναντίον των ισοπεδωτικών αντιλήψεων για 'γονείς - φιλαράκια' των παιδιών ή για 'γονείς - παιδιά' στο όνομα της ισότητας των δικαιωμάτων, οι οποίες στο σύγχρονο μαζικοδημοκρατικό και ισοπεδωτικό κοινωνικό σκηνικό ταιριάζουν μεν, αλλά οδηγούν πολλούς καλοπροαίρετους κυρίως γονείς να αντιλαμβάνονται την εποικοδομητική ασυμμετρία της πραγματικότητας ως ασύμμετρη απειλή για τους ίδιους οδηγώντας τους μπροστά σε εξαιρετικά δυσάρεστες καταστάσεις, όταν διαπιστώνουν τελικά όταν δεν είναι οι 'φίλοι' των παιδιών τους ή όταν προσπαθούν να υπερβούν την ασυμμετρία με διακανονισμούς.

Στο τρίτο κεφάλαιο τίθεται το μείζον ζήτημα - και ζητούμενο σήμερα- των κανόνων και των ορίων που μια οικογένεια ορίζει και στο πλαίσιο των οποίων καλείται το παιδί να κινηθεί, ώστε να μπορέσει να προβεί σε μια ρεαλιστική αναπαράσταση του κόσμου για να συγκροτηθεί ψυχικά και να υπάρξει κοινωνικά. Ο συγγραφέας ερμηνεύοντας ψυχαναλυτικά την έλλειψη ως δομικό στοιχείο συγκρότησης της ύπαρξης - η έλλειψη είναι στη φύση των πραγμάτων- επισημαίνει ότι η έλλειψη με τη μορφή της ασυμμετρίας και όχι της ανισοτιμίας είναι σε κάθε στιγμή παρούσα και εμφανής μέσα στην οικογένεια. Η άρνηση της ασυμμετρίας και η κατ' εκτίμηση αποδοχή ή άρνηση των κανόνων και των προσώπων που θέτουν τους κανόνες - εν προκειμένω των γονέων- οδηγεί σε εκφυλισμό των πάντων. Ωστόσο, και σε κανονικές συνθήκες - αμοιβαιότητα, δοτικότητα, διάλογος- ακόμη δηλαδή κι όταν οι κανόνες και τα όρια ισχύουν, τα μέλη της οικογένειας λόγω της πεπερασμένης τους δυνατότητας άσκησης επιρροής στα άλλα μέλη και υπό το βάρος μιας συναισθηματικής φόρτισης, συχνά δημιουργούν παρερμηνείες, οι οποίες ξεκινούν ως αίσθηση ακατανοησίας, εξελίσσονται σε αίσθηση αδικίας και καταπίεσης, και καταλήγουν σε άσκηση εξουσίας με αποτέλεσμα τη αναπόφευκτη σύγκρουση. Το κρίσιμο για το συγγραφέα δεν είναι η αποφυγή του οποιουδήποτε λάθους - μάλιστα θεωρεί το φόβο του λάθους κάκιστο τρόπο ύπαρξης μιας σχέσης - αλλά ο τρόπος προσέγγισης των εντάσεων και η λύση των συγκρούσεων μέσα από την παραδοχή των λαθών και τη μη παγίωσή του με καταστροφικές συνέπειες.

Στο τέταρτο κεφάλαιο με τη χαρακτηριστική προτροπή στον τίτλο του 'μη φοβάσαι να είσαι γονιός' παραθέτει τις τρεις αναλλοίωτες ιδιότητες της οντότητας γονιός στην παιδική ύπαρξη: την αίσθηση της άχρονης παρουσίας που σηματοδοτεί την ευστάθεια του κόσμου, την απόλυτη υπαρξιακή κατάφαση που εμπεριέχει την εμπιστοσύνη στη ζωή και τη δυνατότητά του να εκστομίζει άφοβα το 'μη', την απαγόρευση που εντείνει τη δίψα για μαθητεία. Επιμένοντας λίγο περισσότερο στην ανάγκη της θαρραλέας και αποφασιστικής απόφανσης της απαγόρευσης από τους γονείς ο συγγραφέας υποστηρίζει πως αν το παιδί μεγαλώνει αγνοώντας το 'μη' θα εκδηλώσει κοινωνική δυσπροσαρμοστικότητα και αν το 'μη' των γονέων επενδύεται από δισταγμό και φόβο τότε αφ' ενός οι γονείς χάνουν την αξιοπιστία τους και αφ' ετέρου η ταλάντευση των γονέων κλονίζει τον ψυχικό κόσμο του παιδιού, αφού η οργιώδης παιδική φαντασία λειτουργεί σαν ενισχυτής συναισθηματκών δονήσεων. 'Όταν οι γονείς φοβούνται, το παιδί τρέμει' , γράφει χαρακτηριστικά ο Ν. Σιδέρης.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, με αφετηρία τις τρεις εσφαλμένες στάσεις του γονιού- φυσική απουσία και συναισθηματική αποξένωση ή αστάθεια, υπαρξιακή άρνηση παραγνώριση ή αντιφατικότητα, οικογενειακή ακυβερνησία- παρουσιάζει τις τέσσερις αρετές του γονιού: αυθεντικότητα, ευρύτητα, ενσυναίσθηση, επίγνωση.

Στο επίμετρο του πονήματος αυτού, με την ορφική ευχή Γένοι' οίος εσσί (= γίνε αυτό που είσαι) επιχειρείται μια σύντομη απάντηση στο ερώτημα για τη στάση της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας στο θέμα του γονεϊκού ρόλου. Ο συγγραφέας διαχωρίζει την ελληνική κοινωνία, η οποία για ιστορικούς και κοινωνικούς λόγους διατηρεί ακόμη τον οικογενειακό ιστό, από τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες, στις οποίες οι ανθρώπινοι δεσμοί απασαρθρώνονται, η γονεϊκή λειτουργία απαξιώνεται, ο παιδικός ναρκισισμός αποθεώνεται και η παιδική ηλικία ψυχολογιοποιείται.

Αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας με τη μορφή συνθηματικού λόγου, επαναλαμβάνει τον τίτλο του βιβλίου πολλές φορές, καλώντας μας να εμπεδώσουμε το πυρηνικό του νόημα. Η όλη επιχειρηματολογία του απευθύνεται στους αναγνώστες πότε με το σοβαρό ύφος ενός επιστημονικού κειμένου, πότε με τη γλαφυρότητα των αναλογιών μεταξύ του θέματος και παραδειγμάτων ή παροιμιών, πότε σε τρίτο πρόσωπο, όταν εκθέτει συλλογισμούς, πότε σε δεύτερο ενικό, όταν αλληλογραφεί μαζί τους - άλλωστε χαρακτηρίζει το κείμενο αυτό επιστολή σε γονείς που σκέφτονται- και πότε σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, αφού και ο ίδιος συμπορεύτηκε επί μακρόν με όλους εμάς τον ανηφορικό δρόμο της γονικής παροχής πλαισίου, ορίων και κυρίως αγάπης προς το δώρο της ζωής του.


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο