Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Τα αρχαία εξακολουθούν να «τρεκλίζουν»

[14/9/2022]

Τα αρχαία εξακολουθούν να «τρεκλίζουν»

Νέα Παιδεία. Τεύχος 64, Φθινόπωρο 1992. Στη σχολιογραφία του τεύχους κυριαρχεί το θέμα της επαναφοράς της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών (ή της διαχρονικότητας της γλώσσας ή των παλαιότερων ελληνικών), που θα δοκιμάζονταν πιλοτικά σε 150 σχολεία εκείνη τη σχολική χρονιά (1992-1993). Οι  δύο σχολιαστές, αξιόλογοι φιλόλογοι, φαίνονται υπέρμαχοι της διδασκαλίας των αρχαίων στο Γυμνάσιο. Ο πρώτος, ο Κυριάκος Πλησής (σελ.6), επιδιώκοντας να τεκμηριώσει την ανάγκη της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας αναφέρει: «Για το πρόβλημα της διδασκαλίας των αρχαίων υπάρχουν μερικές έστω εμπειρικές διαπιστώσεις. Η πρώτη είναι πως η διδασκαλία των αρχαίων στις δύο τάξεις του λυκείου και στη Γ Δέσμη δεν πέτυχε τους στόχους που επεδίωκε (…). Μία δεύτερη εμπειρική διαπίστωση είναι πως υπάρχει στους νέους ανθρώπους μια λεξιπενία (…)». Σε εμπειρικές και όχι επιστημονικές διαπιστώσεις, λοιπόν, στηρίχτηκε η επαναφορά.[1] Σε προσχήματα, μάλλον, αφού η βασική διάσταση ήταν και θα είναι πάντα ιδεολογική. Τριάντα χρόνια μετά εμπειρικές εξακολουθούν να είναι οι διαπιστώσεις, αφού έρευνες μεγάλης κλίμακας δεν γίνονται. Γιατί άραγε;

Ο δεύτερος σχολιαστής, ο Κρίτων Πανηγύρης, προσεγγίζει το θέμα με μία αλληγορία: «Τα Αρχαία πυγμαχούν για την επιβίωσή τους στην ελληνική παιδεία. Δέχονται γροθιές, αρκετές μάλιστα αντικανονικές, τρεκλίζουν, πέφτουν, ξαναστέκονται στα πόδια τους (όχι βέβαια αλώβητα), αρχίζει νέος πυγμαχικός γύρος και πάει λέγοντας. Βρισκόμαστε φέτος θεατές αλλά και αγωνιστές ενός ακόμα γύρου στο παράδοξο αυτό ματς με τα δυσνόητα κίνητρα, τους περίεργους κανονισμούς, με μπερδεμένα τα χρώματα της φανέλας των πυγμάχων. Το τρέχον διδακτικό έτος (σημ. 1992-1993) (…) δεν είναι απλώς έτος προπονήσεως. Ας μην γελιόμαστε, είναι έτος αγώνα, καθοριστικό μάλιστα για την έκβασή του. Έλεος και φόβος συνέχει τους συνειδητούς οπαδούς του μαθήματος, γιατί φαίνεται πως αυτός ο γύρος θα είναι τελευταίος: τα Αρχαία ή θα νικηθούν με τελική πτώση ή θα σταθούν νικηφόρα και ανενόχλητα τουλάχιστον για κάμποσο καιρό» (σελ. 10).

Τριάντα ακριβώς χρόνια μετά δεν ξέρω αν δικαιώθηκε ο  Κρίτων Πανηγύρης. Γιατί υπάρχει πάντα και η Πύρρειος νίκη. Η αρχαία ελληνική γλώσσα  εξακολουθεί να διδάσκεται στο Γυμνάσιο, όμως, ποιους ακριβώς στόχους υπηρετεί και πώς; Αρκεί, για παράδειγμα, να σκεφτούμε με ποιους τρόπους και μέσα μπορεί να επιτευχθεί στο Γυμνάσιο (όταν δεν υπάρχει ακόμα η ωριμότητα στη νεοελληνική) ο στόχος: «οι μαθητές να ανακαλύψουν και να εκτιμήσουν τη λογοτεχνική αξία των έργων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων». Η βεβαιότητα πως «αυτό θα γίνει αν γνωρίσουν τους βασικούς κανόνες και τη δομή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας» χρειάζεται να ερευνηθεί επιστημονικά και σε μεγάλη έκταση, γιατί, αν μείνουμε στις εμπειρικές διαπιστώσεις, ο συγκεκριμένος στόχος για την πλειοψηφία των σχολείων είναι ανέφικτος. Στο μεταξύ τα αρχαία εξακολουθούν να «τρεκλίζουν» και, όχι, η διδασκαλία τους στο Γυμνάσιο δεν θεράπευσε καμία λεξιπενία.[2] Ο στόχος ήταν εξαρχής λανθασμένος και μάλλον (;) ψευδής.

Τριάντα χρόνια μετά δεν υπάρχει καμία νίκη, για να γιορτάσουμε. Τα σύγχρονα δεδομένα επιβάλλουν τη λήξη του πυγμαχικού αγώνα. Η συρρίκνωση του πεδίου του προσανατολισμού ανθρωπιστικών σπουδών[3] είναι μία πραγματικότητα που μας χρειάζεται ενωμένους. Όμως, όταν στο νέο ΠΣ του ενοποιημένου μαθήματος της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας στο Γυμνάσιο (2021) η «ενιαία θεώρηση της γλώσσας» είναι το στοιχείο που τονίζεται, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία: η ενοποίηση είναι προσχηματική, τα δύο αντικείμενα παραμένουν διακριτά και το προβάδισμα έχει η αρχαία ελληνική γλώσσα. Το νέο ΠΣ είναι απροκάλυπτα πιο συντηρητικό από το ισχύον και ο πυγμαχικός αγώνας - που ας μην ξεχνάμε είναι ένας αγώνας μεταξύ συγκρουόμενων λόγων (discourses) - πήρε παράταση.

Δεν αγαπήθηκαν, όπως φαίνεται, τα αρχαία στη χώρα μας. Και δεν αγαπήθηκαν από αυτούς που διαχρονικά έχουν την εξουσία να παίρνουν αποφάσεις. Κι εμείς οι εκπαιδευτικοί δεν ήμασταν ποτέ ξεκάθαροι στο γιατί τα διδάσκουμε στο Γυμνάσιο ούτε απαντάμε πειστικά, όταν μας ρωτούν τα παιδιά στο σχολείο «γιατί, κυρία/-ε, να μαθαίνουμε αρχαία;». Ας σκεφτούμε, λοιπόν, πριν απαντήσουμε το κοινότυπο «μα, για να μάθετε καλύτερα τη νέα», αν αυτό ισχύει αντικειμενικά ή αν πρόκειται για μια δική μας άρρητη αντίληψη, που χρειάζεται επανεξέταση. Ως τότε παραμένουμε θεατές σε έναν αγώνα πυγμαχίας…

Ελευθερία Παπαμανώλη

[1] Την ίδια περίοδο, άλλοι εξαίρετοι φιλόλογοι – Φ. Κακριδής, Δ. Μαρωνίτης, Φ.Βώρος, Σ. Μαρκιανός – στήριζαν με επιχειρήματα το γιατί δεν πρέπει να διδάσκεται η αρχαία ελληνική γλώσσα στο Γυμνάσιο. Όμως ήταν αργά. Η γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση είχε αρχίσει να ξηλώνεται χρόνια πριν.

[2] Το 2018 στον διαγωνισμό της PISA –προσωπικά διαφωνώ με αυτού του τύπου τις μετρήσεις, αλλά η ελληνική πολιτεία που είναι υπεύθυνη για την εκπαιδευτική πολιτική θεωρεί τα ευρήματα σημαντικά-  ο μέσος όρος των επιδόσεων των Ελλήνων μαθητών/-τριών στην κατανόηση κειμένου ήταν κάτω από τη βάση.

[3] Άλλωστε, οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν ταυτίζονται σε καμία περίπτωση με την αρχαία ελληνική γλώσσα και, επομένως, η σχετική συζήτηση για το μέλλον πρέπει να έχει και νέους συνομιλητές.


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο