
[10/2/2026]
Κάθε χρόνο τέτοια περίοδο οργανώνονται εκδηλώσεις, εκφωνούνται ομιλίες, κυκλοφορούν άρθρα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Παντού και πάντες επιλέγουν να «εορτάσουν» την ελληνική γλώσσα. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα: οι «πανηγυρικοί» λόγοι για την ελληνική συνήθως και με σπάνιες εξαιρέσεις καταλήγουν να είναι λόγοι για τα… πανηγύρια!
Η πρώτη πτυχή του προβλήματος αφορά στην ιδιότητα όσων τοποθετούνται για την ελληνική γλώσσα. Άνθρωποι παντελώς αναρμόδιοι επιστημονικά και αμελέτητοι εκφράζουν φανφάρες πρώτα απ’ όλα για ένα επιστημονικό φαινόμενο, τη γλώσσα, και δευτερευόντως για μια συγκεκριμένη έκφανσή του, την ελληνική γλώσσα. Γιατί, όσο και αν αρνούμαστε να το κατανοήσουμε, η γλώσσα συνιστά διακριτό επιστημονικό πεδίο μελέτης και έρευνας και διαθέτει τους δικούς της επιστήμονες που τη θεραπεύουν. Αντί για αυτούς, όμως, στο δημόσιο λόγο για την (ελληνική) γλώσσα εμφανίζονται πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ιστορικοί, μαθηματικοί, αρχιτέκτονες, μουσικοί… Άνθρωποι δηλαδή που εξ ορισμού λόγω σπουδών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων είναι διαρρήδην ακατάλληλοι ή και ανίκανοι να εκφέρουν επιστημονικό λόγο για τη γλώσσα.
Έτσι, για παράδειγμα, όσο επιστημονικά ακατάλληλος και αναρμόδιος είμαι εγώ να τοποθετηθώ για ζητήματα καρδιολογίας, άλλο τόσο ακατάλληλος και αναρμόδιος είναι ένας μουσικός να τοποθετηθεί για ζητήματα που σχετίζονται με την (ελληνική) γλώσσα. Το ότι έχω καρδιά και εγώ ως άνθρωπος δεν με νομιμοποιεί σε καμία περίπτωση να εκφέρω γνώμη -πόσο μάλλον δημόσια γνώμη- για ζητήματα καρδιολογίας. Ούτε τα προσωπικά μου ενδιαφέροντα και η ερασιτεχνική μου -στην καλύτερη περίπτωση- ή κομπογιαννίτικη -στην χειρότερη περίπτωση- ενασχόλησή μου με την καρδιολογία με καθιστά καθ’ ύλην αρμόδιο να εκφέρω γνώμη για ζητήματα που αφορούν στη λειτουργία της ανθρώπινης καρδιάς.
Η δεύτερη πτυχή του προβλήματος και ως απόρροια της πρώτης αφορά στο περιεχόμενο και στον σκοπό των «πανηγυρικών» λόγων για την ελληνική γλώσσα. Συνηθέστατα οι λόγοι αυτοί τείνουν να αποτελούν κορόνες αρχαιοπληκτικού βερμπαλισμού. Παραγλωσσολογικές και ψευδεπιστημονικές άριες για δήθεν αρετές που μονοπωλιακά διαθέτει η ελληνική γλώσσα, ενώ πρόκεινται για εγγενή και καθολικά χαρακτηριστικά όλων των γλωσσών. Κρεσέντο αδιόρατου και υφέρποντος εθνικισμού που έχουν ως στόχο πάση θυσία να αποδείξουν τη γλωσσική άρα φυλετική και εθνική ανωτερότητα της ταυτότητάς μας.
Συνηθέστατα στους «πανηγυρικούς» της ελληνικής εξισωτικά και ισοπεδωτικά η ελληνική γλώσσα εκλαμβάνεται εγγενώς ως δημιουργός πνεύματος και πολιτισμού λόγω ιδιαίτερων τάχα ιδιοτήτων που κατέχει και όχι λόγω των ευρύτερων οικονομικών, πολιτικών, ιστορικών συγκυριών που επέτρεψαν σε διανοούμενους προηγούμενων εποχών να αναπτύξουν και να εκφράσουν σκέψη, προβληματισμούς, ανησυχίες. Η (αρχαία) ελληνική διαθέτει σαφήνεια, ακρίβεια, περιγραφική και ερμηνευτική δύναμη, ευελιξία, δημιουργικότητα, είναι εύπλαστη… Λες και αυτά δεν τα διαθέτουν οι υπόλοιπες ανθρώπινες γλώσσες. Λες και αυτά είναι αποδεδειγμένα με βάση μετρήσιμους, σταθμισμένους και ποσοτικούς όρους που δείχνουν ότι η μία γλώσσα έχει ευελιξία ενώ η άλλη δεν έχει ή ότι μία γλώσσα είναι περισσότερο δημιουργική από την άλλη.
Εορτάζουμε έτσι την ελληνική γλώσσα; Σίγουρα όχι. Απλώς βαυκαλιζόμαστε και ευλογούμε τα γένια μας με συναισθηματικές τοποθετήσεις που απέχουν παρασάγγας από τον επιστημονικό λόγο για τη γλώσσα και που εκφέρονται από μερικούς αφελείς και αθώους με πάθος για τη γλώσσα ή από κουτοπόνηρους τσαρλατάνους που θέλουν απλώς να χαϊδεύουν τα εθνικ(ιστικ)ά μας αυτιά εξυπηρετώντας τις δικές τους σκοπιμότητες και συμφέροντα.
Ωστόσο, επιστημονικός λόγος δεν είναι η εθνική αυτοεξύμνηση και η λατρεία του ιερού τοτέμ της ελληνικής. Και όσο υπάρχουν οι αλμπάνηδες που συστηματικά και συστημικά επιλέγουν να καπηλεύονται την ελληνική γλώσσα, τόσο θα υπάρχουμε και εμείς, οι μάχιμοι και μαχητικοί, που έχουμε ορκιστεί να υπηρετούμε την επιστήμη με προσήλωση στην αλήθεια, στην ορθολογική σκέψη και στο κριτικό πνεύμα.
Kωνσταντίνος Γεωργόπουλος