ShareThis
Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Τι ακριβώς θέλουμε να αξιολογούν οι Πανελλαδικές;
Μόνο σε ψηφιακή μορφήΝεοελληνική Γλώσσα - Λογοτεχνία
pic

[31/5/2026]

Τι ακριβώς θέλουμε να αξιολογούν οι Πανελλαδικές;

Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος

Ανοίγεις το πρωί το λάπτοπ με τον καφέ στο χέρι κι εκεί που ακόμα δεν έχεις ξυπνήσει καλά καλά, βρίσκεις στο inbox το μήνυμα ενός αγχωμένου/ης μαθητή/τριας (το φύλο δεν έχει σημασία) που συνοδεύεται από ένα συνημμένο αρχείο. Ο/Η μαθητής/τρια τελειώνει τη Β΄ Λυκείου και ετοιμάζεται για τη θερινή προετοιμασία. Επειδή σε εμπιστεύεται, σου στέλνει την "έκθεση" που έγραψε με αφορμή το θέμα των φετινών εξετάσεων, ενθυμούμενος/η όσα έμαθε φέτος για τον ηλικιακό ρατσισμό. Σου εξηγεί πως προσπάθησε να γράψει ένα όσο το δυνατόν πιο αυθεντικό άρθρο σε μια μαθητική εφημερίδα, χωρίς την αυστηρή οργάνωση του δοκιμίου και τον ξύλινο λόγο που αναπαράγεται στα σχολικά βοηθήματα (προκάτ εκθέσεις που ακόμα κάποιοι/ες τις αποστηθίζουν). Διαβάζεις το γραπτό, το ξαναδιαβάζεις, αξιοποιείς και την ρουμπρίκα αξιολόγησης. Στη συνέχεια σε βάζει σε σκέψεις, σου δημιουργεί από πάνω και ενοχές. Θυμάσαι όσα γνωρίζεις για το περίφημο περικείμενο και τον κριτικό γραμματισμό, βήμα βήμα να μην αστοχήσεις.

Όταν οι ηλικίες συναντιούνται, η μοναξιά υποχωρεί

Υπάρχουν μέρες που επιστρέφω από το σχολείο και νιώθω ότι έχω μιλήσει με δεκάδες ανθρώπους χωρίς να έχω επικοινωνήσει πραγματικά με κανέναν. Οι συνομιλίες γίνονται βιαστικά, τα μηνύματα διαδέχονται το ένα το άλλο στην οθόνη του κινητού και οι ώρες περνούν μέσα σε μια συνεχή συνδεσιμότητα που, παραδόξως, συχνά με κάνει να αισθάνομαι μόνος. Νομίζω πως αυτή είναι μια εμπειρία που μοιράζονται πολλοί νέοι της ηλικίας μου.

Η μοναξιά των εφήβων δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη παρέας. Συχνά γεννιέται από την αίσθηση ότι δεν μας καταλαβαίνουν. Ζούμε σε μια περίοδο έντονων απαιτήσεων. Το σχολείο, οι εξετάσεις, η αγωνία για το μέλλον, η ανάγκη να γίνουμε αποδεκτοί από τους συνομηλίκους μας δημιουργούν πίεση και ανασφάλεια. Παράλληλα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μάς φέρνουν καθημερινά αντιμέτωπους με εξιδανικευμένες εικόνες ζωής. Βλέπουμε τους άλλους να φαίνονται διαρκώς ευτυχισμένοι, επιτυχημένοι και κοινωνικοί, ενώ εμείς γνωρίζουμε τις δικές μας αδυναμίες και απογοητεύσεις. Έτσι, αντί να νιώθουμε πιο κοντά στους άλλους, συχνά αισθανόμαστε πιο απομονωμένοι.

Από την άλλη πλευρά, οι ηλικιωμένοι βιώνουν μια διαφορετική αλλά εξίσου επώδυνη μορφή μοναξιάς. Πολλοί έχουν χάσει αγαπημένα πρόσωπα, έχουν απομακρυνθεί από την επαγγελματική και κοινωνική ζωή ή αισθάνονται ότι η κοινωνία δεν τους χρειάζεται πλέον. Συχνά κατοικούν μόνοι και οι ευκαιρίες επικοινωνίας τους περιορίζονται σημαντικά.

Πιστεύω ότι οι δύο γενιές μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά η μία την άλλη. Προσωπικά, θα ήθελα να συζητώ συχνότερα με ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Μέσα από τις αφηγήσεις τους θα γνώριζα εμπειρίες που κανένα βιβλίο και καμία ιστοσελίδα δεν μπορεί να μου προσφέρει. Θα μάθαινα πώς αντιμετώπισαν δυσκολίες, απώλειες και αδιέξοδα στη ζωή τους. Ταυτόχρονα, θα μπορούσα να τους βοηθήσω σε ζητήματα που σχετίζονται με την τεχνολογία, να τους δείξω πώς να χρησιμοποιούν εφαρμογές επικοινωνίας ή να τους συνοδεύω σε κοινές δραστηριότητες.

Ιδιαίτερα σημαντικές θεωρώ τις δράσεις που φέρνουν σε επαφή νέους και ηλικιωμένους: κοινά εργαστήρια, εθελοντικές ομάδες, πολιτιστικές εκδηλώσεις, προγράμματα αφήγησης προσωπικών ιστοριών ή ακόμη και απλές συναντήσεις σε χώρους της γειτονιάς. Εκεί δεν ανταλλάσσονται μόνο γνώσεις αλλά και συναισθήματα. Ο νέος βρίσκει έναν άνθρωπο που τον ακούει χωρίς να τον κρίνει, ενώ ο ηλικιωμένος νιώθει ότι εξακολουθεί να έχει θέση και ρόλο στην κοινωνία.

Τελικά, η μοναξιά δεν θεραπεύεται απλώς με την παρουσία ανθρώπων γύρω μας, αλλά με την αληθινή επικοινωνία. Ίσως γι’ αυτό η συνάντηση των γενεών να αποτελεί μια από τις πιο ουσιαστικές απαντήσεις στο πρόβλημα. Όταν ένας νέος και ένας ηλικιωμένος μοιράζονται χρόνο, εμπειρίες και ενδιαφέροντα, κανείς από τους δύο δεν αισθάνεται τόσο μόνος. Και οι δύο ανακαλύπτουν ότι κάποιος τους ακούει πραγματικά.   (413 λ.)


Υπάρχει πράγματι μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ένα γραπτό σαν αυτό που προηγήθηκε μπορεί να είναι ειλικρινές, καλογραμμένο και να αποτυπώνει αυθεντικά τις εμπειρίες ενός εφήβου, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι θα επιβραβευτεί ανάλογα σε όλα τα βαθμολογικά κέντρα.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι Πανελλαδικές εξετάσεις, όσο κι αν επιδιώκουν να αξιολογήσουν την κριτική σκέψη και την επικοινωνιακή ικανότητα, εξακολουθούν να βασίζονται σε συγκεκριμένα κριτήρια. Πολλοί μαθητές και εκπαιδευτικοί έχουν διαμορφώσει επί χρόνια ένα «ασφαλές» μοντέλο έκθεσης: πρόλογος με γενική αναφορά στο θέμα, αναλυτική παράθεση αιτιών, συνέπειες, προτάσεις αντιμετώπισης, κατακλείδα. Ένα κείμενο που ξεκινά βιωματικά, με προσωπική εξομολόγηση και λιγότερο τυποποιημένη δομή, μπορεί να θεωρηθεί από ορισμένους διορθωτές ως λιγότερο «εξεταστικά ώριμο», ακόμη κι αν είναι γλωσσικά και νοηματικά άρτιο.

Επιπλέον, η αξιολόγηση της έκφρασης εμπεριέχει πάντοτε έναν βαθμό υποκειμενικότητας. Ένας βαθμολογητής μπορεί να εκτιμήσει την αυθεντικότητα και τη φρεσκάδα ενός προσωπικού λόγου· ένας άλλος να προτιμά τη σαφή διάρθρωση και την επιχειρηματολογία που θυμίζει περισσότερο σχολικό δοκίμιο. Έτσι, η πρωτοτυπία, που θεωρητικά επιβραβεύεται, στην πράξη ενίοτε αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα.

Αυτό συνδέεται και με τις αντιδράσεις που προκάλεσε το ίδιο το θέμα. Πολλοί μεμψιμοιρούν όχι επειδή η μοναξιά των νέων και των ηλικιωμένων δεν είναι σημαντικό κοινωνικό ζήτημα, αλλά επειδή θεωρούν ότι το θέμα ζητούσε από τους μαθητές να μιλήσουν για μια εμπειρία που δεν είναι εξίσου οικεία σε όλους. Ένας δεκαοκτάχρονος μπορεί να περιγράψει εύκολα τη δική του μοναξιά, αλλά δυσκολότερα να προτείνει ρεαλιστικές μορφές συνεργασίας με άτομα της τρίτης ηλικίας, εφόσον ίσως δεν έχει ποτέ συμμετάσχει σε αντίστοιχες δράσεις. Υπάρχει, επομένως, ο κίνδυνος να αναπαράγονται στερεότυπες ή διδακτικές διατυπώσεις που δεν πηγάζουν από προσωπική εμπειρία.

Κάποιοι, επίσης, υποστηρίζουν ότι το θέμα ευνοεί μαθητές με μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό κεφάλαιο: όσους διαβάζουν περισσότερο, συμμετέχουν σε εθελοντικές δράσεις ή έχουν συχνή επαφή με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Αντίθετα, ένας μαθητής που ζει σε διαφορετικές συνθήκες ίσως δυσκολευτεί να βρει προσωπικά βιώματα για να στηρίξει τον λόγο του.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και όσοι υπερασπίζονται την επιλογή του θέματος. Επισημαίνουν ότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια ζητήθηκε από τους υποψηφίους να μιλήσουν λιγότερο ως «μικροί κοινωνιολόγοι» και περισσότερο ως νέοι άνθρωποι. Αν αυτός ήταν πράγματι ο στόχος των θεματοδοτών, τότε το πιο αυθεντικό γραπτό δεν θα έπρεπε να είναι εκείνο που αναπαράγει έτοιμες φόρμουλες, αλλά εκείνο που μετατρέπει το προσωπικό βίωμα σε κοινωνικό προβληματισμό.

Η συζήτηση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο θέμα. Αγγίζει ένα βαθύτερο ερώτημα: τι ακριβώς θέλουμε να αξιολογούν οι Πανελλαδικές; Την ικανότητα αναπαραγωγής μιας διδαγμένης φόρμας ή την ικανότητα ενός νέου ανθρώπου να σκέφτεται, να αισθάνεται και να εκφράζεται με πειστικό και αυθεντικό τρόπο; Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξαρτάται και η τύχη ενός τέτοιου γραπτού μέσα στην αίθουσα βαθμολόγησης.


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο