
[3/6/2026]
Για την εξέταση και αξιολόγηση των Αρχαίων Ελληνικών
Γράφει ο Βασίλης Συμεωνίδης
Με τις Πανελλαδικές Εξετάσεις στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών αποτυπώνεται σε έναν βαθμό και η εικόνα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και την αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία, όπως διαχέεται από τη διδασκαλία του μαθήματος.
Γενικά, η αρχαία ελληνική φιλοσοφία δεν τίθεται σε συσχέτιση με τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενά της. Ως αφετηρία της απουσιάζει ο ποιητικός λόγος των προσωκρατικών που θαυμάζουν τον κόσμο, τα σπαράγματα του Ηράκλειτου, το συμπαγές του Παρμενίδη και οι άλλες προσεγγίσεις μια αρχικής ερμηνευτικής ανάγκης. Η σωκρατική στροφή στον άνθρωπο δεν συνδέεται με τις εξελίξεις στην Πόλη – Κράτος και η πλατωνική ανάγκη της σταθερότητας παρουσιάζεται ανεξάρτητα από την πρόθεση να αντισταθεί στην εξέλιξη, την πεποίθηση ότι η αλλαγή και η καθημερινότητα συνιστούν φθορά και παρακμή. Η αριστοτελική διέξοδος στην ανθρώπινη εμπειρία που επιδιώκει το δικό της σκοπό μένει μετέωρη. Τέλος, περιφρονούνται οι απαντήσεις που ψάχνουν οι άνθρωποι που ζουν στον μεταβαλλόμενο και αβέβαιο κόσμο της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής.
Τα προηγούμενα συνθέτουν την πορεία της ανθρώπινης σκέψης παράλληλα με την ιστορία των ανθρώπινων πράξεων. Ωστόσο, φαίνεται να μην μας αρέσει, να υποτιμούμε τη σημασία τους, ίσως και να τη φοβόμαστε. Έτσι, στα Αρχαία της Γ’ Λυκείου, αν και περιλαμβάνονται στο Φάκελο Υλικού, τίθενται εκτός ύλης οι στωικοί Μάρκος Αυρήλιος και Επίκτητος, και αποφεύγεται το κείμενο του Επίκουρου στην Ενότητα 3.
Το σημερινό κείμενο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλη (1103b2-25) τέθηκε στις πανελλαδικές και πριν 10 χρόνια, το 2016, και στις επαναληπτικές εξετάσεις του Σεπτεμβρίου 2023. Επιβεβαιώνει την άχρονη εικόνα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία με εστίαση στις μορφές του Πλάτωνα και Αριστοτέλη.
Ειδικότερα, για τη σημερινή εξέταση του μαθήματος είναι σημαντικό ότι εστιάζει σε έναν βαθμό στα κείμενα, όπως με τις ερωτήσεις που επιτάσσουν την κριτική ανάγνωση: «Σε ποιες λέξεις-φράσεις του αρχαίου κειμένου αναφέρεται η αντωνυμία…» (Α1.β) και «Για καθεμία από τις παρακάτω λέξεις να γράψετε μία ετυμολογικά συγγενή από το διδαγμένο κείμενο» (Β4), «τοῦτον δ’ ὃς οὔτε… ᾑρημένος»: να μεταφέρετε τους κλιτούς τύπους στον άλλο αριθμό. (Γ3.α). Ωστόσο, παραμένουν οι ερωτήσεις που απαντιούνται ερήμην των κειμένων: «… Δεν απαιτείται αναφορά σε χωρία του κειμένου» (Α1.α) και Β1, Β3, Γ3.α.
Αυτό που είναι, όμως, ανησυχητικό είναι ο κίνδυνος να υποκατασταθεί η σχέση των υποψηφίων με το αρχαίο κείμενο από τη σχέση με τα σχόλια και τις ερμηνείες για το κείμενο. Ο κίνδυνος γίνεται βάσιμος, αν σκεφτούμε «ενδεικτικές απαντήσεις» που ορίζουν συγκεκριμένα σχόλια για τις ερμηνευτικές ερωτήσεις στο διδαγμένο κείμενο (Φιλοσοφικός λόγος σ. 147, Φάκελος Υλικού σ. 124) και «ενδεικτικές μεταφράσεις» στο αδίδακτο. Δυστυχώς, συχνά το ενδεικτικό μετατρέπεται στο μόνο σωστό και συνεπώς μπορεί να αδικούνται πιο δημιουργικές και κριτικές απαντήσεις. Και αυτό δεν συνάδει με το βασικό δίδαγμα του φιλοσοφικού λόγου.