
[5/7/2026]
Σχολικό βιβλίο και διδακτικό υλικό στην εποχή του «πολλαπλού βιβλίου»
Τον Φεβρουάριο του 2005, ένα χρόνο πριν την εισαγωγή στην εκπαίδευση των σχολικών βιβλίων που είχαν γραφτεί μεταξύ 2000 και 2003, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης οργάνωσαν ένα πολύ ενδιαφέρον συνέδριο με τίτλο: «Διδακτικό βιβλίο και εκπαιδευτικό υλικό στο σχολείο. Προβληματισμοί, δυνατότητες και προοπτικές.» Μέσα από πλήθος εισηγήσεων εκφράστηκε ένας πολύπλευρος προβληματισμός για το παρόν και το μέλλον του σχολικού βιβλίου, και του διδακτικού υλικού γενικότερα στην εκπαίδευση.
Στην εισήγησή μου ως ακαδημαϊκός αλλά και ως συντονιστής και συγγραφέας των σχολικών εγχειριδίων της Νεοελληνικής Γλώσσας για το Γυμνάσιο και την Τεχνική εκπαίδευση στο συνέδριο αυτό, τα Πρακτικά του οποίου είχαν εκδοθεί από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, σημείωνα μεταξύ άλλων:
«Τα συμπεράσματα από τη μελέτη του συγγραφικού πλαισίου του σχολικού βιβλίου οδηγούν στην αναζήτηση ενός διαφορετικού συγγραφικού προτύπου. Πρόκειται για το πρότυπο ενός συγγραφέα επιμορφωμένου και ενημερωμένου:
Αυτές οι προϋποθέσεις δεν αφορούν τους «λίγους και εκλεκτούς» συγγραφείς- εκπαιδευτικούς οι οποίοι έχουν τη «δωρεά» της συγγραφής σχολικού βιβλίου. Αφορούν το σύνολο των εκπαιδευτικών αφού στο αυριανό σχολείο κάθε εκπαιδευτικός με συνεργάτη και αποδέκτη την τάξη του, θα μπορεί και επιβάλλεται να είναι παραγωγός – συγγραφέας διδακτικού υλικού.
Η αναζήτηση ενός νέου συγγραφικού προτύπου προϋποθέτει ακόμη την αλλαγή του τρόπου παραγωγής του σχολικού εγχειριδίου στη χώρα μας. Η μία πρόταση που συζητείται και ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες για την ελεύθερη επιλογή βιβλίου έχει πολλά θετικά στοιχεία αφού παρέχει την πρωτοβουλία στον εκπαιδευτικό και τη σχολική μονάδα να επιλέξουν το βιβλίο που θεωρούν κατάλληλο, ενώ παράλληλα ενισχύει τη συμμετοχή πολλών και διαφορετικών επιστημονικών ομάδων στο δύσκολο έργο της συγγραφής σχολικών βιβλίων. Το μειονέκτημα της άμεσης εφαρμογής μιας τέτοιας πρότασης είναι η έλλειψη ανάλογης «συγγραφικής κουλτούρας» για το σχολικό βιβλίο στον ευρύτερο ιδιωτικό τομέα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στη δραματική υποβάθμιση του σχολικού βιβλίου και στην ανάπτυξη φαινομένων διαπλοκής μεταξύ σχολικών παραγόντων και εκδοτικών φορέων.
Η δεύτερη πρόταση (που ισχύει για δεκαετίες) για τον κρατικό έλεγχο του σχολικού βιβλίου, παρότι μέχρι σήμερα έδωσε στην εκπαίδευση μερικά αξιόλογα σχολικά βιβλία, είναι παιδαγωγικά οπισθοδρομική, αφού διαιωνίζει το καθεστώς του μοναδικού βιβλίου, και ιδεολογικά αντιδημοκρατική, αφού αποδέχεται και νομιμοποιεί τη μονομέρεια και την έλλειψη πλουραλισμού στην προσέγγιση της γνώσης. Παράλληλα, επηρεάζει καθοριστικά τη διδασκαλία και την αξιολόγηση, αφού συντελεί στη μυθοποίηση του σχολικού εγχειριδίου, στον περιορισμό της ελευθερίας του εκπαιδευτικού και στη στείρα αναπαραγωγική στάση του μαθητή.
Η απάντηση στο παραπάνω δίλημμα (από πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς, επιστημονικές ενώσεις και εκπαιδευτικούς) πρέπει να είναι παιδαγωγική, άρα θα είναι και ταυτόχρονα πολιτική. Ούτε ανεξέλεγκτη απελευθέρωση ούτε παραμονή σ΄ ένα καθεστώς αναχρονιστικό. Σταδιακή δυνατότητα (αρχικά από τις πρώτες τάξεις κάθε βαθμίδας) συμμετοχής ποικίλων ομάδων (ιδιωτικοί φορείς, Πανεπιστήμια, επιστημονικές ενώσεις, ερευνητικά ιδρύματα αλλά και δημόσιες ή ιδιωτικές σχολικές μονάδες) στη συγγραφή όχι ενός αλλά πολλών, σχολικών βιβλίων και διδακτικού υλικού σε κάθε μάθημα. Το σημαντικότερο, να δοθεί η θεσμική και οικονομική δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς και στις σχολικές μονάδες να παράγουν το δικό τους υλικό, το οποίο να μπορούν να υποβάλουν για αξιολόγηση ως εγκεκριμένο διδακτικό υλικό».
Πόσα από τα παραπάνω αυτονόητα υλοποιήθηκαν με την απόπειρα εφαρμογής του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου» τα τελευταία χρόνια; Πραγματικά ελάχιστα! Πέραν της σύνταξης νέων προγραμμάτων σπουδών πριν από έξι χρόνια, τα οποία ήδη φαντάζουν παλιά γιατί είναι μακριά από της ταχύτατες εξελίξεις ιδίως στο πεδίο της Τεχνητής Νοημοσύνης, η συγγραφή και ένταξη των αντίστοιχων βιβλίων μετά από οκτώ ή εννέα χρόνια συνιστά παράγοντα υπονόμευσης οποιαδήποτε αλλαγής στο διδακτικό υλικό. Παράλληλα, ο τρόπος και οι γραφειοκρατικές απαιτήσεις της προκήρυξης και των προδιαγραφών του «πολλαπλού βιβλίου» δεν έδωσαν τη δυνατότητα σε καμιά σχολική ομάδα ή σε ανεξάρτητες ομάδες εκπαιδευτικών και επιστημονικών φορέων να συμμετάσχουν σε μια χρονοβόρα και κοστοβόρα διαδικασία. Αν το όλο εγχείρημα κρίνεται εκ του αποτελέσματος, πράγματι τα αποτελέσματα είναι πολύ πενιχρά και ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τις προβλέψεις ότι δεν μιλάμε πλέον για πολλαπλό σχολικό εγχειρίδιο και διδακτικό υλικό, και ας μιλούν για κάτι τέτοιο, οι ελάχιστοι, πλέον θιασώτες του.
Φυσικά κανένας σοβαρός εκπαιδευτικός/επιστήμονας δεν έχει την αυταπάτη ότι η αναβάθμιση του σημερινού σχολείου εξαρτάται κατεξοχήν από τα νέα προγράμματα σπουδών και κυρίως από τα νέα σχολικά βιβλία, όπως πολύ συχνά ισχυρίζονται οι πολιτικές ηγεσίες και οι γραφειοκρατικές δομές που τις υπηρετούν. Η ουσιαστική αναβάθμιση του σύγχρονου σχολείου συνδέεται άμεσα με μια πολιτική και κοινωνική δυναμική μεταρρύθμισης της εκπαίδευσης η οποία, δυστυχώς, δεν φαίνεται στον πολιτικό και κοινωνικό ορίζοντα.
Κώστας Αγγελάκος
Δείτε πληροφορίες για τη συνδρομή του 2026 στη σχετική ιστοσελίδα.
Δεν επιτρέπεται η αναδημοσίευση, ολική, μερική ή περιληπτική αναπαραγωγή, η κατά παράφραση ή διασκευή των κειμένων που περιέχονται στο τεύχος με οποιονδήποτε τρόπο (ηλεκτρονικό, μηχανικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη.