
[25/7/2026]
Ο/Η τελευταίος/α φιλόλογος να κλείσει το φως
Aφιερωμένο στη μνήμη του Νικήτα Παρίση
Εκείνη την ώρα αυτός εφώναζε Επιλαθού Επιλαθού.
Και τον έπιανε κλάμα. Γιατί Επιλαθού ήταν το όνομα της πόλης.
Μα έτσι όπως τον άκουγες, καταλάβαινες πως με το όνομα αυτό
εφώναζε και τις δύο. Γιατί η γυναίκα απέναντι καθόταν στις φτέρνες της
κι έτρεμε και το πιγούνι της έγερνε ήδη προ το πλάι και από το πλάι ερχόταν καπνός.
μαρια καντ (καντωνιδου) punctum, (Gutenberg, 2025),
“επιλαθού, επιλαθού, εφώναζε”, απόσπασμα, σ. 100.
Ήταν 23 Ιουλίου 2026, λίγο μετά τις έντεκα το πρωί, όταν η Νεφέλη (μια οποιαδήποτε Νεφέλη) μπήκε στην κουζίνα κρατώντας το κινητό της σαν μικρό δικαστικό κλητήρα που μόλις είχε επιδώσει την απόφαση. «Πέρασα Φιλολογία Αθήνας». Η μητέρα της άφησε το φλιτζάνι στον πάγκο, ο πατέρας της σήκωσε το βλέμμα από τις βάσεις, η γιαγιά έκανε τον σταυρό της και ο θείος Τάκης, οικογενειακός σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού επειδή κάποτε είχε αλλάξει τρεις δουλειές σ’ έναν χρόνο, έθεσε αμέσως το ουσιώδες ερώτημα: «Και τι θα κάνεις μετά;» Η φράση έπεσε πάνω στο τραπέζι βαρύτερη από τον φετινό Λυσία των Αρχαίων Ελληνικών. Κανείς δεν ρώτησε τι θα διαβάσει, τι θέλει να μάθει, ποια γλώσσα θα εξερευνήσει, ποια κείμενα θα την αναγκάσουν να ξανασκεφτεί τον κόσμο. Η οικογένεια είχε ήδη περάσει στο «μετά», επειδή το «τώρα» της γνώσης θεωρείται μια κάπως ακριβή καθυστέρηση πριν από την πρόσληψη.
Στην οθόνη παρήλαυναν οι αριθμοί. Η Φιλολογία Αθήνας στα 11.160 μόρια, χαμηλότερα κατά 144. Τα Ιωάννινα στα 9.362, το Ρέθυμνο στα 9.052. Δίπλα τους, η μικρή παραφωνία της Θεσσαλονίκης, που ανέβηκε κατά 1.160 μόρια και χάλασε κάπως τον τίτλο της γενικής καταστροφής. Λίγο παρακάτω, το Ιστορίας και Αρχαιολογίας Θεσσαλονίκης είχε χάσει 1.200 μόρια. Οι πίνακες των βάσεων, όπως συμβαίνει συχνά με την πραγματικότητα, αρνούνταν να χωρέσουν πρόθυμα σε ένα σύνθημα. Η συνολική εικόνα παρέμενε καθαρή: οι σπουδές που ασχολούνται με τη γλώσσα, την ιστορία, τη σκέψη και τον πολιτισμό κατοικούν πλέον στα χαμηλότερα πατώματα της κοινωνικής πολυκατοικίας.
Ο θείος Τάκης πληκτρολόγησε στο κινητό του: «Επαγγέλματα με μέλλον στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης». Η μηχανή απάντησε αμέσως, με τη σιγουριά ανθρώπου που δεν έχει πληρώσει ποτέ ενοίκιο ούτε έχει αμφιβάλει για καμία επιλογή του. Ανέφερε ειδικούς δεδομένων, μηχανικούς λογισμικού, αναλυτές κυβερνοασφάλειας, σχεδιαστές συστημάτων και άλλες ειδικότητες με ονόματα που, για να τα προφέρεις, χρειάζεσαι τουλάχιστον δύο πιστοποιήσεις. «Είδες; Εκεί πάει ο κόσμος», είπε θριαμβευτικά. Ο κόσμος, βέβαια, πήγαινε πάντοτε κάπου σύμφωνα με τον θείο Τάκη. Τη δεκαετία του ενενήντα πήγαινε στα χρηματιστηριακά. Αργότερα πήγαινε στο real estate, ύστερα στα φωτοβολταϊκά, κατόπιν στις νεοφυείς επιχειρήσεις και τώρα όδευε ολοταχώς προς την τεχνητή νοημοσύνη, μέχρι να παρουσιαστεί η επόμενη σωτηρία με αγγλικό όνομα και δωρεάν δοκιμαστική περίοδο.
Η Νεφέλη πήρε το κινητό από τα χέρια του. «Ρώτησέ το ποιος θα εξηγεί στους ανθρώπους τι σημαίνουν όσα γράφει». Ο θείος γέλασε, η μητέρα της χαμογέλασε αμήχανα και ο πατέρας της είπε πως φυσικά χρειάζονται και οι θεωρητικές γνώσεις, όπως χρειάζονται τα μυρωδικά στο φαγητό: σε μικρή ποσότητα, για να δίνουν έναν πολιτισμένο τόνο στην κυρίως παραγωγή.
Εδώ βρίσκεται ίσως ολόκληρη η ελληνική εκπαιδευτική πολιτική μέσα σε μία κατσαρόλα. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες αντιμετωπίζονται σαν μαϊντανός της ανάπτυξης. Στολίζουν την παρουσίαση, μαλακώνουν τον εταιρικό λόγο, προσφέρουν ένα απόφθεγμα του Αριστοτέλη στο συνέδριο και αποσύρονται διακριτικά όταν αρχίσει η σοβαρή συζήτηση για επενδύσεις, δεξιότητες και δείκτες απόδοσης. Έχουμε αποφασίσει αυθαίρετα ότι μια πανεπιστημιακή σχολή αξίζει όσο ο πρώτος μισθός του αποφοίτου της. Η γνώση ζυγίζεται σε αγγελίες εργασίας, το πρόγραμμα σπουδών ελέγχεται ως επενδυτικό προϊόν και ο/η δεκαοχτάχρονος/η καλείται να προβλέψει ποια επαγγέλματα θα παραμείνουν κερδοφόρα μέχρι τη συνταξιοδότησή του, σε μια εποχή κατά την οποία δυσκολευόμαστε να προβλέψουμε ποιο λογισμικό θα χρησιμοποιούμε τον επόμενο Σεπτέμβριο.
Με αυτή τη λογική, ο Όμηρος έχει χαμηλή απορρόφηση, ο Θουκυδίδης περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης και ο Σοφοκλής οφείλει επειγόντως ν’ αποκτήσει μεταπτυχιακό στο digital storytelling. Ευτυχώς, το Χόλιγουντ δεν ενημερώθηκε εγκαίρως για την επαγγελματική απαξία των κλασικών σπουδών. Έτσι, ενώ οι ελληνικές οικογένειες κοιτάζουν με συγκατάβαση τον/την δεκαοχτάχρονο/η που επιλέγει Φιλολογία, ο Κρίστοφερ Νόλαν παρέδωσε τον Ιούλιο τη δική του «Οδύσσεια», γυρισμένη εξ ολοκλήρου με κινηματογραφικές κάμερες IMAX και προορισμένη να μετατρέψει ένα ομηρικό έπος σχεδόν τριών χιλιάδων ετών σε παγκόσμιο κινηματογραφικό γεγονός. Ο Όμηρος, λοιπόν, μπορεί να μη θεωρείται αρκετά χρήσιμος για ένα ελληνικό μηχανογραφικό, παραμένει όμως αρκετά σύγχρονος για μία από τις μεγαλύτερες παραγωγές της διεθνούς κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η αγορά, φαίνεται, περιφρονεί τις ανθρωπιστικές σπουδές μέχρι ν’ ανακαλύψει ότι μπορεί να πουλήσει τα δημιουργήματά τους.
Ο Καβάφης θα μπορούσε, επίσης, να διασωθεί ως δημιουργός περιεχομένου, αρκεί να συντομεύσει λίγο τις «Ιθάκες» για να χωρούν σε ανάρτηση και να προσθέσει στο τέλος ένα κάλεσμα προς το κοινό: «Εσείς ποια Ιθάκη κυνηγάτε; Γράψτε μας στα σχόλια». Το αστείο παύει να είναι αστείο όταν η ίδια κοινωνία που αποσύρει την εμπιστοσύνη της από τη φιλολογία, ανακαλύπτει ξαφνικά ότι κόπτεται για τη γλώσσα των μηχανών. Μήπως η τεχνητή νοημοσύνη παραπληροφορεί; Μήπως αναπαράγει στερεότυπα; Μήπως χειραγωγεί; Μήπως τα παιδιά χάνουν την ικανότητα να γράφουν, να κρίνουν, να διαβάζουν πίσω από τις λέξεις (μήπως κρύβεται ο Αλέξης όπως συνεχίζει να μας διασκεδάζει ο αειθαλής Πασχάλης).
Αληθινά δυσεπίλυτα ερωτήματα. Θα μπορούσαμε ίσως ν’ αναζητήσουμε ανθρώπους που έχουν σπουδάσει πώς παράγεται το νόημα, πώς λειτουργεί η ρητορική, πώς κατασκευάζονται οι αφηγήσεις, πώς η γλώσσα κατασκευάζει ή/και μεταφέρει εξουσία, πώς ένα κείμενο αποσιωπά, υπαινίσσεται, παραπλανά και πείθει. Δυστυχώς, τους έχουμε ήδη ενημερώσει ότι οι σπουδές τους δεν έχουν “μέλλον” (αυτό που δεν χωρά στις δικές μας προσδοκίες). Η τεχνητή νοημοσύνη είναι εξαιρετικά ικανή να παράγει λέξεις. Αυτή ακριβώς η ικανότητά της κάνει τη βαθιά γνώση της γλώσσας περισσότερο αναγκαία. Όσο ευκολότερα παράγεται ένα κείμενο, τόσο δυσκολότερη γίνεται η αξιολόγησή του. Όσο πιο φυσικός ακούγεται ο λόγος μιας μηχανής (με τα προηγμένα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα), τόσο περισσότερο χρειάζεται ο αναγνώστης ν’ αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στην ευγλωττία και στην αλήθεια, στην πληροφορία και στην ερμηνεία, στην ουδέτερη διατύπωση και στην αθέατη ιδεολογία.
Οι διεθνείς οργανισμοί, που συνήθως μιλούν σε γλώσσα πολύ λιγότερο δραματική από τα ελληνικά τηλεοπτικά πάνελ, περιγράφουν ήδη τον γραμματισμό στην τεχνητή νοημοσύνη ως ικανότητα κατανόησης, κριτικής αξιολόγησης και ηθικής χρήσης των συστημάτων. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαιτεί ανθρώπινη εποπτεία και επαρκή γνώση των δυνατοτήτων και των περιορισμών τους, ενώ η UNESCO συνδέει ευθέως την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης με την κριτική και δημιουργική σκέψη, την επικοινωνία, την ηθική και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Με άλλα λόγια, την ώρα που εμείς χαμηλώνουμε τις βάσεις της ανθρωπιστικής παιδείας, ο κόσμος ανακαλύπτει ότι χρειάζεται ακριβώς τις δεξιότητες που εκείνη καλλιεργεί. Χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να θέτουν το σωστό ερώτημα πριν εντυπωσιαστούν από τη γρήγορη απάντηση, που αναγνωρίζουν το ιστορικό βάρος μιας λέξης, που καταλαβαίνουν ότι κάθε ταξινόμηση ανθρώπων εμπεριέχει μια αντίληψη για τον άνθρωπο, που διακρίνουν την αφήγηση από το γεγονός και την πιθανότητα από τη βεβαιότητα, που εξετάζουν ποιος μιλά, από ποια θέση, με ποιο λεξιλόγιο, για ποιον σκοπό και εις βάρος ποιου. Όλα αυτά αποτελούν τους όρους με τους οποίους η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να παραμείνει ανθρώπινη και σε καμιά περίπτωση δεν είναι πολυτέλειες.
Κάπου εδώ η συζήτηση παύει για μένα να είναι αποκλειστικά θεωρητική. Το 1983 πέρασα ογδοηκοστός στην ενιαία τότε Φιλολογία Αθήνας. Δεν θυμάμαι μια αίθουσα γεμάτη νέους που είχαν καταφύγει εκεί επειδή απέτυχαν να προβλέψουν σωστά τις ανάγκες της αγοράς. Θυμάμαι ένα ζωηρό, απαιτητικό ακροατήριο, φοιτητές που συχνά έμοιαζαν να βρίσκονται μπροστά από την εποχή τους, δεν αρκούνταν στις έτοιμες απαντήσεις και έθεταν στους καθηγητές καυτά ερωτήματα για τη γλώσσα, την ιστορία, την πολιτική, την κοινωνία και τη θέση της λογοτεχνίας μέσα σε όλα αυτά. Οι αίθουσες εκείνες ήταν χώροι αντιλογίας, αμφισβήτησης, κάποτε έντασης, πάντοτε όμως μιας πίστης ότι οι λέξεις αφορούν τον πραγματικό κόσμο. Από εκείνο το ακροατήριο βγήκαν άνθρωποι που αργότερα διέπρεψαν στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, στην τηλεόραση και στο θέατρο, στην έρευνα, στη διδασκαλία και στη δημόσια ζωή. Η Φιλολογία δεν τους είχε εκπαιδεύσει για μία μόνο θέση εργασίας. Τους είχε μάθει να διαβάζουν, να ερμηνεύουν, να συγκρίνουν, να αμφισβητούν, να αρθρώνουν λόγο και να καταλαβαίνουν τον λόγο των άλλων. Σήμερα αυτές οι ικανότητες επιστρέφουν με αγγλικές ονομασίες ως «δεξιότητες του μέλλοντος», λες και μόλις ανακαλύφθηκαν σε κάποιο εργαστήριο τεχνητής νοημοσύνης. Εμείς τις συναντούσαμε τότε στις αίθουσες της Φιλοσοφικής, ανάμεσα σε σημειώσεις, διαφωνίες και χέρια που σηκώνονταν πριν ακόμη ολοκληρώσει ο καθηγητής την πρότασή του.
Αυτή η ανάμνηση δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική νοσταλγία για τα αμφιθέατρα του 1983. Αγγίζει τον πυρήνα της ανθρωπιστικής παιδείας: τη διατήρηση της μνήμης ως μορφή γνώσης, ευθύνης και αντίστασης. Στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Καντ (Καντωνίδου), Punctum του 2025, περιλαμβάνεται το ιδιότυπο δυστοπικό αφήγημα «επιλαθού, επιλαθού, εφώναζε». Εκεί η μνήμη αντιμετωπίζεται ως παράπτωμα· οι αναμνήσεις ενοχοποιούνται, επικηρύσσονται και τίθενται υπό διωγμό. Η διπλή προστακτική «επιλαθού» και ο παρατατικός «εφώναζε» κάνουν τη λήθη ν’ ακούγεται σαν επίμονη θεσμική εντολή, σαν φωνή που δεν διατυπώθηκε μία φορά, αλλά εξακολουθεί να εκπέμπεται από κάποιο αόρατο μεγάφωνο. «Να ξεχνάς, να ξεχνάς»: τη γλώσσα, τον τόπο, την απώλεια, την ιστορία, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο έμαθες κάποτε να θέτεις ερωτήματα.
Η λήθη, άλλωστε, διαθέτει εξαιρετικές προοπτικές απορρόφησης. Δεν απαιτεί βιβλιοθήκες, δεν αμφισβητεί τις αποφάσεις, δεν διακόπτει τον ομιλητή, δεν σηκώνει ενοχλητικά το χέρι στο αμφιθέατρο. Είναι ελαφριά, ταχύτατη και απολύτως συμβατή με κάθε καινούργιο λειτουργικό σύστημα. Αντίθετα, μια κοινωνία που θυμάται γίνεται “δύσχρηστη”: συγκρίνει τις σημερινές υποσχέσεις με τις χθεσινές, αναγνωρίζει παλιές ιδέες μεταμφιεσμένες σε καινοτομίες και δυσπιστεί όταν η εξουσία αλλάζει τις λέξεις για ν’ αλλάξει αθόρυβα την πραγματικότητα. Γι’ αυτό και οι ανθρωπιστικές σπουδές είναι η άσκηση της κοινωνίας απέναντι στην οργανωμένη αμνησία· όχι η φροντίδα ενός αραχνιασμένου πολιτιστικού αρχείου.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί ν’ αποθηκεύσει ασύλληπτες ποσότητες πληροφοριών, ν’ ανακαλέσει ονόματα, ημερομηνίες και κείμενα, ν’ ανασυνθέσει ακόμη και το ύφος μιας περασμένης εποχής. Η αποθήκευση, όμως, δεν ταυτίζεται με τη μνήμη. Η ανθρώπινη μνήμη περιέχει απώλεια, επιλογή, ερμηνεία, ενοχή και ευθύνη· συνδέει όσα συνέβησαν με όσα εξακολουθούν να μας αφορούν. Μια μηχανή μπορεί να εντοπίσει τη λέξη «πατρίδα» σε εκατομμύρια σελίδες. Χρειάζεται ακόμη ο άνθρωπος για να καταλάβει γιατί σε ένα ποίημα η χαμένη πατρίδα επιστρέφει ως τόπος, πληγή και γλώσσα. Χρειάζεται επίσης άνθρωπος για ν’ ακούσει πίσω από το «επιλαθού» ποιος διατάζει, ποιον διατάζει και τι κερδίζει από τη λήθη του.
Εδώ βρίσκεται ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης χρειάζεται περισσότερο και όχι λιγότερο τη φιλολογία, την ιστορία, τη φιλοσοφία και την τέχνη. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες κρατούν ζωντανή τη σχέση ανάμεσα στις λέξεις και σε όσα οι λέξεις επιχειρούν κάποτε να αποκρύψουν. Μας μαθαίνουν ότι η μνήμη δεν είναι άχρηστο φορτίο που επιβραδύνει την πρόοδο, αλλά το μέσο με το οποίο μπορούμε να ελέγξουμε προς τα πού πηγαίνει. Διαφορετικά, μπορεί να φτάσουμε πολύ γρήγορα στο μέλλον, έχοντας υπακούσει πρόθυμα στην πιο αποτελεσματική εντολή της εποχής: «επιλαθού, επιλαθού».
Στην κουζίνα, εν τω μεταξύ, ο θείος Τάκης είχε ζητήσει από την τεχνητή νοημοσύνη να γράψει ένα συγχαρητήριο μήνυμα για τη Νεφέλη. Η μηχανή παρήγαγε μέσα σε δύο δευτερόλεπτα ένα άψογο κείμενο: «Θερμά συγχαρητήρια για την επιτυχία σου. Η επιλογή της Φιλολογίας αποτελεί ένα συναρπαστικό ταξίδι στον κόσμο της γλώσσας και του πολιτισμού, το οποίο θα σου προσφέρει πολύτιμα εφόδια για το μέλλον». «Ωραίο είναι», είπε η μητέρα. Η Νεφέλη το διάβασε δεύτερη φορά. «Δεν είναι επιλογή μου ακόμη. Είναι η σχολή στην οποία πέρασα. Και δεν ξέρει τίποτε για μένα». Διόρθωσε το «επιλογή» σε «αρχή», έσβησε τα «πολύτιμα εφόδια», που της θύμιζαν διαφημιστικό φυλλάδιο ιδιωτικού κολλεγίου, και πρόσθεσε στο τέλος μία δική της πρόταση: «Θα προσπαθήσω να μάθω να ξεχωρίζω τι λένε οι λέξεις από αυτό που θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε». Ο θείος Τάκης κοίταξε την οθόνη. «Αυτό δεν μπορούσε να το γράψει μόνο του;» «Μπορούσε», απάντησε η Νεφέλη. «Αν του το ζητούσα σωστά».
Εκεί ίσως κρύβεται το μέλλον των ανθρωπιστικών σπουδών: στο «σωστά». Στην ακρίβεια της ερώτησης, στην επίγνωση του περικειμένου (να! και η ορολογία που θλίβει πολλούς ομότεχνους), στην ευθύνη της επιλογής, στην ικανότητα ν' αμφιβάλλεις ακόμη και για μια καλογραμμένη απάντηση. Η μηχανή μπορεί να συνεχίσει μια πρόταση· κάποιος χρειάζεται ν’ αποφασίσει προς τα πού αξίζει να πάει. Έτσι δεν είναι;
Το απόγευμα, οι ειδήσεις θα μιλούσαν ξανά για σχολές του μέλλοντος και σχολές χωρίς μέλλον. Θα εμφανίζονταν πίνακες, ποσοστά, βέλη προς τα πάνω και προς τα κάτω. Κάποιος θα δήλωνε ότι η αγορά έστειλε το μήνυμά της. Κανείς δεν θα ρωτούσε ποιος έγραψε το μήνυμα, ποιον εξυπηρετεί η γλώσσα του και γιατί δεχτήκαμε τόσο εύκολα ότι η αγορά δικαιούται ν’ αποφασίζει τι αξίζει να γνωρίζει μια κοινωνία. Η Νεφέλη έκλεισε το κινητό και άνοιξε το παράθυρο. Ο θείος Τάκης είχε ήδη αναζητήσει «μεταπτυχιακά φιλολογίας με τεχνητή νοημοσύνη». Ο πατέρας της συνέχιζε να διαβάζει τους πίνακες. Η γιαγιά τη ρώτησε αν θα μάθει επιτέλους γιατί ο Όμηρος ήταν τυφλός.
Ο/Η τελευταίος/α φιλόλογος δεν έκλεισε το φως. Κάθισε στο τραπέζι και άρχισε να εξηγεί την ερώτηση.
Δημήτρης Χριστόπουλος