
[18/8/2026]
«Αυτό θα μας χρειαστεί κάπου;»
Του Δημήτρη Χριστόπουλου
«Κύριε, αυτό θα πέσει στις εξετάσεις;» Την άκουσα πάλι την ώρα που διαβάζαμε το «Προπατορικό» του Παντελή Μπουκάλα, από τη συλλογή Σήματα λυγρά (1992). Τέσσερις μόλις στίχοι: «Όταν φοβήθηκε / Έφτιαξε τις λέξεις / Από τότε αγαπάει / πάντοτε δια μέσου». Μια μαθήτρια σήκωσε το χέρι. «Δηλαδή, κύριε, αγαπάμε πάντα μέσω των λέξεων;» Η ερώτηση ήταν τρόπον τινά προβοκατόρικη. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη γλώσσα, για όσα λέγονται και για όσα μένουν ανάμεσα στις λέξεις, για τον φόβο και την αγάπη που ζητούν μια μορφή για να φτάσουν στον άλλον. Πριν προλάβουμε, ακούστηκε από το πίσω θρανίο: «Αυτό θα πέσει στις εξετάσεις;» Χαμογέλασα. Δυο τετράδια είχαν ήδη ανοίξει στη σωστή σελίδα. Μια μικρή συμφωνία χρησιμότητας είχε μόλις υπογραφεί.
Τέτοιες στιγμές σκέφτομαι συχνά τον Nuccio Ordine και Τη χρησιμότητα του άχρηστου. Το «άχρηστο» που υπερασπίζεται αφορά γνώσεις που δεν συνοδεύονται από πιστοποιητικό άμεσης απόδοσης: ένα ποίημα, ένα φιλοσοφικό ερώτημα, μια ιστορική λεπτομέρεια, μια έρευνα που ξεκινά από καθαρή περιέργεια. Ο Ordine υπερασπίζεται την αυτοτελή αξία αυτών των γνώσεων απέναντι στη σύγχρονη προσήλωση στη χρησιμοθηρία και συνδέει την υπεράσπισή τους με την τύχη των ανθρωπιστικών σπουδών και της ελεύθερης καλλιέργειας του ανθρώπου.
Η λογική αυτή μάς έχει διαποτίσει όλους. Ο μαθητής συλλέγει βαθμούς. Ο φοιτητής πιστωτικές μονάδες, πτυχία και πιστοποιήσεις. Ο γονιός αναζητεί το πτυχίο που «έχει μέλλον». Το πανεπιστήμιο μετρά δημοσιεύσεις και δείκτες. Κι εγώ, αρκετές φορές, κοιτάζω το ρολόι την ώρα που μια συζήτηση αρχίζει να γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα, επειδή η ύλη περιμένει με το δίκαννο στη γωνία. Η γνώση αποκτά τότε τη λογική μιας συναλλαγής: χρόνο δίνω, αποτέλεσμα περιμένω.
Σε μια άλλη τάξη, συζητούσαμε για την πληροφορία που φτάνει αδιάκοπα στις οθόνες μας. Έγραψα στον πίνακα τρεις ερωτήσεις του T. S. Eliot από τα Choruses from “The Rock”: πού βρίσκεται η ζωή που χάσαμε μέσα στο καθημερινό ζην, πού η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση, πού η γνώση που χάσαμε μέσα στην πληροφορία.[1] Ο Eliot τις είχε γράψει το 1934· στην εποχή του κινητού έμοιαζαν παράξενα καινούργιες. Ένας μαθητής τις διάβασε δύο φορές. «Δηλαδή μπορεί να έχουμε περισσότερες πληροφορίες και να ξέρουμε λιγότερα;» Κάποιος άλλος είπε πως σήμερα μπορούμε να βρούμε σχεδόν τα πάντα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Ένας τρίτος ρώτησε αν το να βρίσκεις κάτι σημαίνει και ότι το γνωρίζεις. Για μερικά λεπτά το μάθημα πήγε μόνο του. Εγώ κρατούσα ακόμη τον μαρκαδόρο και, από συνήθεια, κοίταξα το ρολόι. Το κουδούνι χτύπησε. Τα τετράδια άργησαν λίγο να κλείσουν. Ίσως σε αυτή τη μικρή καθυστέρηση να βρίσκεται κάτι από το νόημα του ρήματος μαθαίνω.
Μαθαίνω σημαίνει και περιπλανιέμαι, απορώ, ακολουθώ μια σκέψη δίχως να γνωρίζω πού θα με οδηγήσει. Ένα παιδί που χαζεύει έναν χάρτη, ψάχνει από μόνο του για τα άστρα ή επιστρέφει σε έναν στίχο επειδή κάτι μέσα του σκάλωσε ασκείται σε μια βαθύτερη μορφή πνευματικής ελευθερίας. Η περιέργεια χρειάζεται χρόνο και χώρο για να γίνει γνώση.
Η χρησιμότητα έχει ασφαλώς θέση στην εκπαίδευση. Τα παιδιά χρειάζονται γνώσεις και δεξιότητες, ήπιες πρωτίστως, που θα τα βοηθήσουν να εργαστούν, να συνεργαστούν, να αυτονομηθούν, να κινηθούν μέσα σ’ έναν απαιτητικό κόσμο. Η δυσκολία αρχίζει όταν κάθε γνώση καλείται να παρουσιάσει το βιογραφικό της: σε τι χρησιμεύει, ποια δεξιότητα πιστοποιεί, πόσα μόρια δίνει, σε ποια αγορά οδηγεί. Τότε η Λογοτεχνία εξηγεί γιατί υπάρχει, η Ιστορία αποδεικνύει την απόδοσή της, η Φιλοσοφία μεταφράζεται σε «δεξιότητες».
Γι’ αυτό χρειαζόμαστε στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο μικρές μορφωτικές νησίδες: ένα βιβλίο που δεν θα εξεταστεί, μια ερώτηση που θα μας βγάλει από το σχέδιο μαθήματος, έναν στίχο που θα μείνει στον πίνακα μετά το κουδούνι. Χώρο για γνώσεις των οποίων τη σημασία ο μαθητής και η μαθήτρια μπορούν να ανακαλύψουν χρόνια αργότερα.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα ακούσω «Κύριε, αυτό θα μας χρειαστεί κάπου;», θα προσπαθήσω να μην κοιτάξω αμέσως το ρολόι. Μπορεί να απαντήσω: «Δεν ξέρω ακόμη. Πες μου πρώτα τι σε έκανε να ρωτήσεις».
[1] Οι στίχοι προέρχονται από το έργο The Rock (1934) του T. S. Eliot, συγκεκριμένα από τα Choruses from “The Rock”. Οι τρεις τελευταίοι στίχοι παρατίθενται εδώ: “Where is the Life we have lost in living?/ Where is the wisdom we have lost in knowledge?/ Where is the knowledge we have lost in information?”