
[15/9/2026]
Προβληματισμοί για τα μη λογοτεχνικά κείμενα της επαναληπτικής πανελλαδικής εξέτασης της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας
Γράφει ο Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος
Όπως πολύ εύστοχα αναφέρθηκε από φίλτατους/ες συναδέλφους/ισσες στα social media, ενώ τον Μάιο-Ιούνιο συνήθως κάθε χρόνο ανάβουν οι συζητήσεις στα φιλολογικά τζάκια και έχουμε μία φούντωση, μια φλόγα μέσα στην καρδιά για τα θέματα της πανελλαδικής εξέτασης της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, τον Σεπτέμβριο με τα θέματα των επαναληπτικών εξετάσεων τηρούμε σιγήν ιχθύος και συνήθως περνάνε κάτω από το ραντάρ. Οπότε αποφάσισα να εκφράσω μερικές σκέψεις, ερωτήσεις και ορισμένους προβληματισμούς (δεν είναι οι μόνοι), κυρίως για να αποφύγουμε ή και να αμφισβητήσουμε την παγίωση ορισμένων πρακτικών στη θεματοδοσία ως εξεταστικών δεδικασμένων που στη συνέχεια ως γνωστόν αναπαράγονται και νομιμοποιούνται (αν δεν έχουν ήδη νομιμοποιηθεί και θεωρείται πλέον ότι με την αναπαραγωγή του δεν τρέχει κάστανο.).
Ζητείται ταυτότης
Το πρώτο κείμενο του εξεταστικού δοκιμίου φέρει τίτλο «Βιώσιμη ανάπτυξη και πράσινη οικονομία». Σύμφωνα με την παραπομπή του κειμένου πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε του Αντώνη Ζαΐρη στην εφημερίδα Η Καθημερινή στις 23-10-2022. Οι θεματοδότες στο πρώτο κείμενο, παρόλο που μας πληροφορούν για τυχόν παρεμβάσεις -συχνά αναπόφευκτες- που έγιναν στο κείμενο στο πλαίσιο της προσαρμογής του για τις ανάγκες της γραπτής εξέτασης (κρατήστε το αυτό, θα μας χρειαστεί για τη συνέχεια) με την επισήμανση που τίθεται στην παραπομπή («συντομευμένο κείμενο για τις ανάγκες της γραπτής εξέτασης») παραλείπουν πλήρως να μας πουν κάτι ύψιστης σημασίας: ποιος είναι ο κ. Ζαΐρης. Ποιες ιδιότητες ή ταυτότητες (επαγγελματικές, πολιτικές, επιστημονικές κ.α.) φέρει;
Ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα; Αποτελεί μέλος κάποιου συλλογικού οργάνου ή φορέα του οποίου λειτουργεί ως εκπρόσωπος και άρα υιοθετεί την οπτική του ή υπερασπίζεται τα συμφέροντά του; Με άλλα λόγια ποια είναι η κοινωνική υπόσταση και οι ιδιότητες του πομπού, ποιος και ως τι μας μιλάει; Είναι δημοσιογράφος της εφημερίδας; Είναι πολιτικός; Είναι επιστήμονας; Είναι πρόεδρος κάποιου επαγγελματικού σωματείου; Είναι επιχειρηματίας;
Θα μου πείτε τι με κόφτει και τι ρόλο παίζει αυτό. Ένα παράδειγμα για το πώς η κοινωνική υπόσταση, οι ποικίλες κοινωνικές ταυτότητες και οι ιδιότητες που φέρει ο πομπός (ομιλητής ή συντάκτης) επηρεάζουν ένα κείμενο. Έστω ότι κυκλοφορούν την ίδια ημέρα στην ίδια εφημερίδα δύο άρθρα γνώμης για το μεταναστευτικό ενόψει προεκλογικής περιόδου. Το ένα είναι γραμμένο από την κα. Αφροδίτη Λατινοπούλου, προεδρίνα του κόμματος «Φωνή λογικής», και το άλλο από τον κ. Μοαβία Αχμέντ, πρόεδρο του μεταναστευτικού σωματείου «Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών». Τα βιώματα, οι ταυτότητες (πολιτικές, εθνοτικές, επαγγελματικές, έμφυλες) και οι ιδιότητες, οι ιδεολογίες, οι σπουδές, οι κοινωνικοί ρόλοι που φέρουν (ευρωβουλεύτρια, πρoεδρίνα κόμματος με αντιμεταναστευτική ιδεολογία, πρόεδρος δικτύου μεταναστευτικών οργανώσεων και κοινοτήτων, δημοσιογράφος-ακτιβιστής για θέματα υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων) είναι ο διαφοροποιητικός παράγοντας των δύο κειμένων από τον οποίο εξαρτάται η οπτική που θα υιοθετηθεί και βάσει της οποίας θα κατασκευαστεί η κοινωνική πραγματικότητα, τα κοινωνικά συμφέροντα που θα προωθηθούν και που θα καταπιεστούν ή αμφισβητηθούν, αυτά που θα αποσιωπηθούν ή θα προταχθούν στο κείμενο.
Επανερχόμενοι στο πρώτο κείμενο που επιλέχτηκε προς εξέταση, αυτό είναι γραμμένο από έναν οικονομικό αναλυτή, επίκουρο καθηγητή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Νεάπολις στην Κύπρο και αναπληρωτή αντιπρόεδρο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων & Λιανικής Πωλήσεως. Για αυτό οι υποψήφιοι/ες βασανίζονταν διαβάζοντας για εφοδιαστικές αλυσίδες, οδηγίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις επιχειρήσεις για βιώσιμη κατανάλωση και για «παγκόσμιους στρατηγικούς παίκτες λιανικής». Δίνονταν, όμως, οι απαραίτητες εξωκειμενικές πληροφορίες για την ταυτότητα του συντάκτη, ώστε να έχουν όλα τα δεδομένα του κειμένου στη διάθεσή τους για να κατανοήσουν, να νοηματοδοτήσουν, να κρίνουν και να αξιολογήσουν αυτά που διαβάζουν; Φυσικά και όχι και κάκιστα κατά τη γνώμη μου.
Κόβοντας και ράβοντας
Περνάω τώρα στην ύποπτη, αδικαιολόγητη και μάλλον εκ του πονηρού κατά τη γνώμη μου κοπτοραπτική που έγινε στα κείμενα. Προτού εκθέσω τους προβληματισμούς μου να τονίσω εξαρχής ότι δεν αναφέρομαι σε παρεμβάσεις ως προς την έκταση των κειμένων που γίνονται στο πλαίσιο απλοποίησης ή συντόμευσής τους για εξεταστικούς λόγους (τα μη λογοτεχνικά κείμενα με βάση το εξεταστικό μοντέλο των τελευταίων χρόνων δεν πρέπει να ξεπερνούν τις δύο σελίδες). Η σύντμηση ενός κειμένου είναι κάτι με το οποίο όλοι έχουμε έρθει αντιμέτωποι όταν έχουμε εντοπίσει κείμενα που προσφέρονται και ενδείκνυνται για εξέταση κατά τη γνώμη μας και θέλουμε να τα επιλέξουμε για να φτιάξουμε ένα διαγώνισμα ή ένα κριτήριο. Αλίμονο, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Ωστόσο οι παρεμβάσεις που έγιναν στα κείμενα ξεφεύγουν από την πρακτική της απλής συντόμευσης…
Το πρώτο κείμενο (το άρθρο του κύριου Ζαΐρη) στην αυθεντική του έκδοση όπως αυτή κυκλοφορεί στη διαδικτυακή μορφή του στον ιστότοπο της Καθημερινής περιλαμβάνει δύο αρχικές παραγράφους οι οποίες δεν επιλέχτηκαν στην εξέταση και κρίνω πως αποφασίστηκε να μην ενσωματωθούν γιατί αφορούν αρκετά τεχνικά ζητήματα (π.χ. οι πιέσεις που υφίστανται οι εφοδιαστικές αλυσίδες και η απόδοση της λιανικής αγοράς σε συνάρτηση με μακροοικονομικούς παράγοντες, εταιρικές στρατηγικές) που σίγουρα θα δυσκόλευαν υπέρ το δέον τους/τις υποψήφιους/ες. Έτσι, η πρώτη παράγραφος του υπό εξέταση κειμένου αντιστοιχεί στην τρίτη παράγραφο του αυθεντικού κειμένου με μια αναγκαία τροποποίηση στην αλληλουχία του («Υπάρχει όμως και ένα άλλο κορυφαίο ζήτημα που χρήζει επανεξέτασης» > «Υπάρχει ένα κορυφαίο ζήτημα που χρήζει επανεξέτασης»).
Στην παράγραφο, όμως, στην οποία ο κ. Ζαΐρης αναφέρει το κάλεσμα που απηύθυνε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον επιχειρηματικό κόσμο για εθελοντική στήριξη και έμπρακτη προώθηση της βιώσιμης κατανάλωσης υπήρξε μία σκοτεινή παρέμβαση που υπέδειξε ο φίλτατος συνάδελφος Π. Τσουκαλάς, μία παρέμβαση αδικαιολόγητη κατά τη γνώμη μου εξεταστικά. Ειδικότερα, οι θεματοθέτες επέλεξαν να αποσιωπήσουν και να εξαλείψουν την αξιολόγηση που κάνει ο κ. Ζαΐρης στο αυθεντικό κείμενο στο κάλεσμα αυτό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Διά του λόγου του αληθές, ενώ στο αυθεντικό κείμενο ο συντάκτης γράφει «Επιπροσθέτως, με τελευταία ορθή ανακοίνωσή της (σσ. η υπογράμμιση δική μου) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απευθύνει κάλεσμα στις επιχειρήσεις…», στο προς εξέταση τροποποιημένο κείμενο διαβάζουμε «Επιπροσθέτως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απευθύνει κάλεσμα στις επιχειρήσεις…». Και ερωτώμαι: πού στηρίζεται η επιλογή να αλλοιώσουν εν προκειμένω την αρχή της παραγράφου εξοβελίζοντας το σχόλιο και τη ρητή αξιολόγηση που νομιμοποιείται ο συντάκτης του κειμένου βάσει των ιδιοτήτων του (που επίσης αποσιωπήθηκαν στην εξέταση) να κάνει στο κάλεσμα αυτό του ευρωπαϊκού θεσμού; Η περικοπή της αξιολογικής φράσης του συντάκτη απέναντι στην επιμέρους πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας που επιλέγει να θίξει δεν εξυπηρετεί ουδεμία ανάγκη συντόμευσης ή απλούστευσης του κειμένου ούτε απορρέει από κάποια τέτοια ανάγκη. Όπως αναρωτιέται και ο συνάδελφος Π. Τσουκαλάς: σε τι εμποδίζουν και σε τι ενοχλούν οι πέντε αυτές λέξεις του συντάκτη;
Παρόμοιου μήκους κύματος υπήρξε και η παρέμβαση που σκανδαλωδώς έγινε στο δεύτερο προς εξέταση κείμενο. Πρόκειται για συνέντευξη του καθηγητή της Επιστήμης των Παγκόσμιων Αλλαγών Σάιμον Λιούις στην Εφημερίδα των Συντακτών που δημοσιεύτηκε στις 7 Οκτωβρίου 2018. Το προς εξέταση απόσπασμα προέρχεται από το τέλος της συνέντευξης. Υπόψη ότι η συνέντευξη τιτλοφορήθηκε ως «Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι θέμα πολιτικής βούλησης», φράση που αφενός ανήκει στον συνεντευξιαζόμενο και αφετέρου επιλέχθηκε να απομονωθεί για να αποτελέσει όχι μόνο τον τίτλο της συνέντευξης αλλά συνάμα και το νοητικό μοντέλο βάσει του οποίου ο δημοσιογράφος θέλει να φιλτράρει ιδεολογικά το κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα που θίγεται και μέσω αυτού να κατευθύνει γνωσιακά και την πρόσληψη των αναγνωστών.
Στο προς εξέταση κείμενο έγινε το εξής: ενώ διατηρήθηκε αυτούσια η ερώτηση του δημοσιογράφου σχετικά με τη στάση των πολιτών να αντιμετωπίσουν σοβαρά το περιβαλλοντικό ζήτημα και την συλλογική εμπλοκή και διεκδίκηση μιας αλλαγής πολιτικής, επιλέχτηκε να μην διατηρηθεί η αυθεντική απάντηση που δίνει ο συνεντευξιαζόμενος στην οποία η πολιτική βούληση συνδέεται ρητά και απευθείας με τους έχοντες πολιτική και οικονομική εξουσία και δύναμη και μάλιστα γίνεται νύξη αντικαπιταλιστικού στίγματος. Αντίθετα, εντελώς παραπειστικά κατά τη γνώμη μου ως απάντηση ενσωματώθηκε αυτή που έδωσε δευτερευόντως ο Λιούις στη δεύτερη συμπληρωματική ερώτηση του δημοσιογράφου σχετικά με τη στάση των πολιτών.
Για να το πούμε και σχηματικά, στο αυθεντικό κείμενο έχουμε την Χ ερώτηση στην οποία ο Λιούις δίνει την Χ απάντηση εστιάζοντας στην εξουσία και το χρήμα και ακολουθεί η συμπληρωματική Ψ ερώτηση στην οποία δίνει την Ψ απάντηση ο Λιούις αναφερόμενος στη στάση των πολιτών. Αντίθετα, με την κοπτοραπτική που έγινε διατηρήθηκε στην εξέταση η Χ ερώτηση του δημοσιογράφου και ως απόκριση του Λιούις παρουσιάστηκε η Ψ απάντηση.
Και οι δύο απαντήσεις του συνεντευξιαζόμενου δεν διαφέρουν ως προς την έκταση. Επομένως το ερώτημά μου παραμένει αμείλικτο: ποιος ο λόγος να αποσιωπηθεί η αυθεντική αρχική απάντηση του συνεντευξιαζόμενου και μέσω αυτής να υποβιβαστεί η πολιτική διάσταση όπως κατά προτεραιότητα την δίνει και την νοηματοδοτεί ο ίδιος στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής; Ποιος ο εξεταστικός λόγος κατ’ ουσίαν να παραποιήσουμε τον ίδιο τον τρόπο σκέψης του Λιούις, την πολιτική οπτική του, και έτσι τεχνηέντως να κατευθύνουμε και τους υποψηφίους/ες σε έναν τρόπο σύλληψης της πραγματικότητας σύμφωνα με τον οποίο η πολιτική βούληση αφορά τους πολίτες και όχι πρωτίστως και κυρίως τους έχοντες πολιτική εξουσία;
Τελικά τι;
Κυνηγάω φαντάσματα και διυλίζω τον κώνωπα; Μπορεί αυτά να είναι παραλείψεις, λάθη λόγω προχειρότητας ή κακής προσέγγισης των κειμένων, διεκπεραιωτικής βιασύνης και πίεσης χρόνου, κούρασης. Άλλωστε δεν θα είναι και η πρώτη φορά. Σε αυτή την περίπτωση και πάλι δεν δικαιολογούνται όταν έχουμε να κάνουμε με τα θέματα μιας εξέτασης που έχει το εκπαιδευτικό βεληνεκές και την κοινωνική σημασία που έχουν οι πανελλαδικές εξετάσεις στη χώρα μας.
Σε κάθε περίπτωση καλό θα ήταν να μην παρεμβαίνουμε βίαια στα κείμενα καταπνίγοντας συνειδητά το ιδεολογικό αποτύπωμά τους και τις φωνές και οπτικές των δημιουργών τους στο όνομα των «αναγκών της γραπτής εξέτασης» και να φροντίζουμε κάθε κείμενο να συνοδεύεται από ένα εισαγωγικό σημείωμα το οποίο θα δίνει επαρκώς και πλήρως όλες τις απαραίτητες εξωκειμενικές και συγκειμενικές πληροφορίες που απαιτούνται ώστε να γίνει κατανόηση, ανάλυση, αποδόμηση και αξιολόγηση του κειμένου.