Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Περί εκπαιδευτικής πολιτικής και αξιολόγησης ΙΙ

Είναι να αναρωτιέται κανείς. Έχει χαθεί το μέτρο ολωσδιόλου σε μια χώρα που καταρρέει οικονομικά αλλά και πολιτικά ή δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ότι χρόνια τώρα η αυθαιρεσία και η αντιφατικότητα αποτελούν συστατικά όχι μόνο του δημόσιου πολιτικού λόγου αλλά και της πολιτικής πρακτικής. Γιατί πώς αλλιώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις παρεμβάσεις της πολιτείας στον εκπαιδευτικό χώρο τόσο σε επίπεδο εξαγγελιών όσο και σε επίπεδο δράσεων. Σε ένα χώρο μάλιστα, που φαίνεται να πλήττεται με ποικίλους τρόπους, έστω και εάν ίσως είναι από τους λίγους, που θα μπορούσαν να αναστρέψουν τη δυσοίωνη προοπτική της χώρας.  

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος: Εδώ και μια πενταετία στο όνομα ενός διαφορετικού σχολείου, στο οποίο προσδίδονται ποικίλοι χαρακτηρισμοί, επιχειρούνται και ακυρώνονται «μεταρρυθμίσεις» σε ένα συνεχές ανακολουθιών και αναδιπλώσεων. Και τα παραδείγματα είναι πολλά. Αναφέρω δύο ενδεικτικά: 

Προτείνονται τα σχέδια εργασίας, «που σταδιακά θα μετασχηματίσουν τα οράματα και τις αγωνίες των εφήβων και τα όνειρά τους [
σε κριτικό και αυτοκριτικό λόγο» και θα αναγάγουν τους δασκάλους σε «σε αυτοδιαχειριζόμενους δασκάλους [με] δικαίωμα επιλογής θεμάτων και δραστηριοτήτων». Σταδιακά ωστόσο τα σχέδια δράσης με επιλογή της πολιτικής ηγεσίας αποδομούνται με άμεση συνέπεια να υπονομεύεται και η παιδευτική τους αξία. Σαν να μην πρέπει να φανεί ότι στο σχολείο θα μπορούσαμε να είμαστε δημιουργικοί και επινοητικοί μέσα από τις επίσημες θεσμικές δράσεις. Έστω και εάν δεν έχει συνειδητοποιηθεί στα κέντρα αποφάσεων ότι ευτυχώς για όλους μας και σε αυτό το ασφυκτικό θεσμικό πλαίσιο η δημιουργικότητα βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί μέσα από τις παρα-θεσμικές δράσεις, τις μόνες ίσως που δίνουν νόημα στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Προκρίνεται επίσης η εσωτερική αξιολόγηση, ως «εκπαιδευτικό συμβόλαιο μεταξύ Πολιτείας και εκπαιδευτικής κοινότητας», με στόχο την αποτίμηση «της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου ως μιας συνεχούς διαδικασίας ενίσχυσης της επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών και βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου προς όφελος των μαθητών και της κοινωνίας». Σταδιακά όμως η αποτίμηση περνά από το εκπαιδευτικό έργο στον ίδιο τον εκπαιδευτικό και η έμφαση δεν δίνεται πλέον στη συλλογική δράση αλλά στην ατομική ευθύνη. Έτσι η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου συσχετίζεται άμεσα με τις επιλογές και τη δράση του εκπαιδευτικού, αποδίδοντάς του χαρακτηρισμούς (ελλιπής, επαρκής, εξαιρετικός), που του αναγνωρίζουν ως μονάδα πλέον, και όχι ως μέλος μιας κοινότητας, την ικανότητα να διαχειρίζεται την τάξη του, αλλά και την ευθύνη για την όποια δυσλειτουργία της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Και με αυτό τον τρόπο καταφέρνουν να δικαιώσουν τον αντίπαλο συνδικαλιστικό - ξύλινο πολλές φορές και μηδενιστικό – λόγο.  

Και αυτές οι πολιτικές επιλογές, όπως και πολλές ανάλογες, φανερώνουν το χάσμα ανάμεσα σε έναν εμφατικό πολιτικό λόγο και μια πολιτική πρακτική, που όλο και πιο συχνά πλέον διολισθαίνει σε ατοπήματα, που ακυρώνουν κάθε πραγματική προσπάθεια αναζήτησης ενός διαφορετικού εκπαιδευτικού οράματος.  

Ωστόσο η αντίσταση δεν μπορεί να βασίζεται στην άρνηση. Ο αντίπαλος λόγος χρειάζεται όχι μόνο αντεπιχειρήματα, αλλά και προτάσεις. Προτάσεις που μπορούν ίσως να διαμορφωθούν στο πλαίσιο νέων συλλογικοτήτων, που θα αναπτυχθούν μέσα στη σχολική αλλά και την ευρύτερη εκπαιδευτική κοινότητα, και θα αρθρώσουν τον διαφορετικό εκπαιδευτικό λόγο, που θα αναδεικνύει και τις ποικίλες οπτικές και την εναλλακτική εκπαιδευτική δράση στις ποικίλες εκδοχές και εκφάνσεις της. Μόνο που μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει υπέρβαση καθιερωμένων σχημάτων και σύνθεση αντίπαλων λόγων, που ωστόσο δεν θα παραγνωρίζουν την πολιτική και ιδεολογική διάσταση της εκπαιδευτικής δράσης.


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο