Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Δηλαδή τι διδάσκουμε όταν διδάσκουμε λογοτεχνία;
Μόνο σε ψηφιακή μορφήΝεοελληνική Γλώσσα - Λογοτεχνία
pic

28-03-2021

Το ερώτημα του τίτλου το έθεσε - ποιος άλλος - αυτός ο δαίμονας ο Σωκράτης, που με επισκέπτεται συχνά και με ταρακουνάει κλονίζοντας τις βεβαιότητές μου με τη διαβρωτική του αμφισβήτηση - ας είναι καλά. «Εσύ», άρχισε να μου λέει, «πολύ έχεις ασχοληθεί με τη λογοτεχνία στο σχολείο και με τη διδασκαλία της, πολλά έχεις πει και έχεις γράψει για το διδακτέο και το διδακτό της, για το σκοπό και για τους στόχους, για τη μέθοδο και για τους τρόπους της διδασκαλίας. Επομένως θα ξέρεις να μου απαντήσεις και για το “τι”, διότι αυτό πρώτα πρέπει να ξέρουμε». Και μου εξήγησε ότι κατά τη γνώμη του ούτε για τον σκοπό και για τους στόχους (δηλαδή για το «γιατί» διδάσκουμε) ούτε για τη μέθοδο και τους τρόπους (δηλαδή για το «πώς» διδάσκουμε) θα μπορέσουμε να μιλήσουμε σωστά, αν δεν ορίσουμε πρώτα το «τι», τι είναι δηλαδή αυτό που διδάσκουμε. «Αν όμως ξέρουμε καλά το τι, ευκολότερα θα βρούμε το γιατί και το πώς», κατέληξε.

Προσπάθησα κι εγώ να του εξηγήσω ότι η απάντηση σ’ αυτό που ρωτάει είναι  ταυτολογική (όταν διδάσκω λογοτεχνία, διδάσκω λογοτεχνία και όχι, ας πούμε, ιστορία, κοινωνιολογία, ψυχολογία κτλ.) ή είναι δεδομένη και συγκεκριμένη: όταν διδάσκω λογοτεχνία, διδάσκω ένα πεζό ή ποιητικό κείμενο, που επιλέγω από το ειδικό σχολικό βιβλίο που επιγράφεται Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Η απάντηση δεν του φάνηκε επαρκής. «Διδάσκεις λογοτεχνία, λες, εντάξει. Είναι ένα σχολικό μάθημα, έχει και το δικό του βιβλίο, σύμφωνοι. Αλλά τι είναι αυτό το μάθημα; Αν σε ρωτήσω τι διδάσκετε όταν διδάσκετε Ιστορία, θα μου απαντήσεις ότι διδάσκουμε γεγονότα του παρελθόντος κατά χρονολογική τάξη. Ανάλογα θα μου απαντήσει κάποιος και για τα άλλα μαθήματα. Ποιο είναι λοιπόν το περιεχόμενο  του μαθήματος που λέγεται “λογοτεχνία”; Τι μαθαίνει σ’ αυτό το μάθημα ο μαθητής; Τι διδάσκει ο καθηγητής; Τελικά τι ακριβώς διδάσκετε εσείς οι φιλόλογοι όταν διδάσκετε λογοτεχνία; Αυτό ρωτάω να μάθω, τι είναι δηλαδή το μάθημα».

– Αν θέλεις, του λέω, να σου πω τι είναι και τι κάνει η λογοτεχνία, δε θα μπορέσω. Εδώ ο Σαρτρ και άλλοι σοφοί έχουν γράψει ολόκληρα βιβλία γι’ αυτό το ζήτημα και απάντηση δεν έδωσαν ή ο καθένας έδωσε μια δική του απάντηση. Όπως λέει και το όνομα πάντως, πρόκειται για τέχνη που γίνεται με υλικό τον λόγο, τις λέξεις, όχι με τους ήχους όπως η μουσική ή με τα χρώματα όπως η ζωγραφική.

– Ναι βέβαια, μου λέει, αλλά με τον λόγο γίνονται τα πάντα. Όλα τα μαθήματα με τον λόγο γίνονται. Ο λόγος όμως δεν είναι μόνο ήχος, έχει και περιεχόμενο, λέει κάτι, οι λέξεις δεν είναι μόνο σημαίνοντα, μόνο ήχοι, όπως οι ήχοι της μουσικής ή όπως τα χρώματα. Σημαίνουν κάτι. Οι λέξεις εκτός από ακουστικές εικόνες είναι συγχρόνως και έννοιες, είναι νοήματα. Και, όπως ξέρεις, οι λέξεις δεν είναι ούτε ουδέτερες ούτε αθώες. Με τις λέξεις μπορείς να κάνεις πράγματα, οι λέξεις επηρεάζουν και συχνά οδηγούν  σε πράξεις. Σε ρωτάω λοιπόν για εκείνο το παλιό θέμα που συζητούσαμε, θυμάμαι, κάποτε στον Πειραιά, στο σπίτι του Πολέμαρχου με τον Αδείμαντο, τον Γλαύκωνα και άλλους, με αφορμή τον Όμηρο…

– Ξέρω, ξέρω, του λέω. Τα έγραψε ο Πλάτων αυτά στην Πολιτεία, στο δεύτερο βιβλίο, νομίζω. Μιλούσατε για το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο στην πολιτεία σε σχέση με την ποίηση. Είχες κάνει τότε μια σκληρή λογοκρισία στον Όμηρο και είχες απορρίψει κάτι ωραία κομμάτια ως ακατάλληλα για ανηλίκους και αντιπαιδαγωγικά. Όπως εκείνο που είπε ο Αχιλλέας στον Οδυσσέα, στη Νέκυια, ότι καλύτερα ζωντανός και δούλος των δούλων παρά πεθαμένος και βασιλιάς των νεκρών. Ή το άλλο, στην Ιλιάδα, που μια φορά ο Δίας πόθησε τόσο πολύ την Ήρα, που την ξάπλωσε και την πήρε στον Όλυμπο εκεί επιτόπου, κατάχαμα στο γρασίδι και δεν την πήγε καν μέσα στα δώματα. Έλεγες λοιπόν ότι τέτοια λόγια δεν είναι σωστό να τα διαβάζουν τα παιδιά, ότι οι άρχοντες δεν πρέπει να επιτρέπουν στους ποιητές να γράφουν τέτοια πράγματα και ότι πρέπει να τους εξορίζουν, να τους διώχνουν από την πόλη αν επιμένουν, διότι οι ποιητές σαν κατ’ εξοχήν διδάσκαλοι, οφείλουν να γράφουν τα καλά,  τα ηθικά και τα κόσμια, αυτά που ωφελούν, που νουθετούν και φρονηματίζουν τους νέους. Έτσι δεν έλεγες; Είπες κι άλλα βέβαια, όπως εκείνο για τη διήγηση και για τη μίμηση που πολύ άρεσε στους θεωρητικούς της αφήγησης, ακόμα το λέει ο Ζενέτ.

– Δεν ξέρω, μου αποκρίνεται, τι έγραψε ο Πλάτων, πολύ μπερδεμένη ιστορία κι αυτή. Όπου πάω μπροστά μου τον βρίσκω τον Πλάτωνα, νομίζω πως με χρησιμοποίησε για περσόνα δική του και μ’ έβαλε να λέω τα δικά του. Εγώ τώρα σου λέω ότι αφού η λογοτεχνία είναι διδασκόμενο μάθημα, άρα θεωρείται μορφωτικό αγαθό που υπηρετεί τους σκοπούς της εκπαίδευσης, αυτούς που καθορίζουν τη σωστή διαπαιδαγώγηση των νέων. Είναι  γνωστό εξάλλου ότι η λογοτεχνία - και γενικά η τέχνη - οφείλει όχι μόνο να τέρπει αλλά και να ωφελεί την ψυχή και το πνεύμα. Να ενεργεί δηλαδή ως «ψυχαγωγία», δηλαδή ως αγωγή της ψυχής  και του πνεύματος, να νουθετεί και να ποιεί βελτίους τους πολίτες, γιατί οι καλοί πολίτες κάνουν και τους καλούς άρχοντες και τους καλούς νόμους και την καλή πολιτεία τελικά, έτσι δεν είναι;

– Ναι, είπα. Όταν διδάσκετε λοιπόν λογοτεχνία, διδάσκετε το καλό, το δίκαιο, το ωραίο, την αλήθεια; Τρέφετε την ψυχή των νέων με καλά μαθήματα, με υγιείς και στέρεες αξίες;

– Δεν μπορώ να το πω αυτό, Σωκράτη, γιατί δεν έχουν όλοι οι συγγραφείς ούτε όλα τα κείμενα ούτε και όλοι οι διδάσκοντες τις ίδιες ιδέες και τις ίδιες αξίες, αλλά ούτε και όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια αντίληψη για το καλό και για το κακό. Πολλοί φιλόλογοι, όταν διδάσκουν λογοτεχνία, συχνά  επιλέγουν κείμενα που εξυπηρετούν την ιδεολογία τους και κατά την επεξεργασία των κειμένων άλλοι θεολογούν, άλλοι ηθικολογούν, άλλοι πολιτικολογούν και γενικώς ιδεολογούν. Με αφορμή το κείμενο δηλαδή ο καθένας λέει  και  τα δικά του, και ο καθένας βέβαια θεωρεί ότι τα καλά και τα δίκαια είναι αυτά που πιστεύει ο ίδιος.  Εγώ πάντως  υποστηρίζω ότι το μορφωτικό αγαθό είναι μόνο το λογοτεχνικό κείμενο και ότι αυτό μόνο πρέπει να διδάσκει.

– Σωστά, αλλά ο διδάσκων τι χρειάζεται τότε; Με ρωτάει.

– Αυτός διαμεσολαβεί, του λέω. Μπαίνει ανάμεσα στο κείμενο και στους μαθητές, βοηθάει το κείμενο να πάει πιο κοντά στους μαθητές ή βοηθάει τους μαθητές να πάνε πιο κοντά στο κείμενο, ώστε να επιτευχθεί μια όσο γίνεται καλύτερη επαφή, καλύτερη επικοινωνία και συνομιλία.

– Έστω, μου λέει, ότι διδάσκει το κείμενο και ότι ο διδάσκων το σέβεται. Τι διδάσκει όμως το κείμενο; Είναι άραγε καλό αυτό που διδάσκει ή μπορεί να είναι και κακό; Ωφελεί πραγματικά ή μπορεί και να βλάπτει την ψυχή και το πνεύμα του νέου; Ποιος το κρίνει αυτό; Ή μήπως αυτό δεν έχει σημασία;

– Κοίτα, του λέω, τα σχολικά κείμενα είναι έργα δόκιμων και αναγνωρισμένων λογοτεχνών. Το έργο τους έχει κριθεί και κρίνεται συνεχώς από τους «επαΐοντες» που έλεγες κι εσύ, με βάση την ποιότητα του λόγου του, τα νοήματά του και την αντοχή του στον χρόνο και στις κοινωνικές μεταβολές. Επομένως το έργο τους είναι λογοτεχνία και κάθε αληθινή λογοτεχνία είναι μορφωτικό αγαθό, ωφελεί. Επιπλέον, πρέπει να σου πω ότι τα συγκεκριμένα κείμενα, πριν φτάσουν στα σχολικά βιβλία, πέρασαν από πολλά κόσκινα και δικαιολογημένα, νομίζω, αφού η δημοκρατία μας είναι ανοιχτή στις ιδέες και πλουραλιστική. Για τον ίδιο λόγο κάθε διδάσκων έχει τις προτιμήσεις του, όπως είπα, με βάση τις οποίες επιλέγει τα κείμενα που θα διδάξει, σύμφωνα δηλαδή με τα αισθητικά και τα ιδεολογικά του κριτήρια. Δεν αρέσουν τα ίδια εξίσου σε όλους ούτε ασπάζονται όλοι τις ίδιες ιδέες. Διαφέρουν οι άνθρωποι και στα χαρακτηριστικά και στις γνώσεις και στις αντιλήψεις και στις προτιμήσεις και στα γούστα. Οι διαφορές δημιουργούν τη δημοκρατική ποικιλία. Και «ἐκ τῶν διαφερόντων καλλίστην ἁρμονίαν», έτσι δεν είπε ο Ηράκλειτος;

– Ναι, αλλά έτσι πάμε στο «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος» του Πρωταγόρα και στην απόλυτη σχετικότητα. Αυτό οδηγεί και όλη τη ζωή στη σχετικότητα και στη διάσταση όλων με όλους, δηλαδή στον ατομισμό και στην απομόνωση. Αν δηλαδή ο καθένας και η αλήθεια του, ο καθένας και το σωστό του, τότε δεν υπάρχει ούτε αλήθεια ούτε σωστό, άρα ούτε μορφωτικό αγαθό. Όλα ισοπεδώνονται, όλα επιτρέπονται, όλα είναι ζήτημα γούστου, όλα είναι ρευστά και άνω κάτω ταραττόμενα, χωρίς να υπάρχει τίποτε σταθερό και βέβαιο. Ο μαθητής όμως ζαλίζεται έτσι, μπερδεύεται, παθαίνει ναυτία, δεν ξέρει πού να πατήσει, πού να σταθεί και πού να πάει. Δεν έχει από πού να πιαστεί, είναι αδύναμος και έκθετος, τον παίρνει ο πρώτος άνεμος και τον παρασύρει, τον πάει στα ναρκωτικά, στα πάθη, σε ιδεοληψίες ή σε ιδεολογίες που φανατίζουν και διαποτίζουν τις ψυχές των νέων με κακία και μίσος. Η εκπαίδευση  πρέπει να δίνει στηρίγματα για την ψυχή και στηρίγματα για την ψυχή του νέου ανθρώπου είναι μόνο τα καλά μαθήματα.

– Συμφωνώ, Σωκράτη, του λέω, αλλά η δημοκρατία μας είναι φιλελεύθερη, βασίζεται στην ελευθερία, δεν είναι δογματική και απόλυτη, πορεύεται στη σχετικότητα και στην ποικιλία. Επομένως και ο μαθητής οφείλει μόνος του να επιλέξει και να αποφασίσει, μόνος του να βρει τα στηρίγματα και τα πατήματά του μέσα από την  ποικιλία που  προτείνει η εκπαίδευση και η κοινωνική ζωή. Σ’ αυτό ακριβώς στοχεύει  και  η διδασκαλία της λογοτεχνίας: να πλουτίσει την εμπειρία του μαθητή και με την ποικιλία της να ενισχύσει την κριτική του ικανότητα, ώστε να αποφασίσει ο ίδιος ελεύθερα και συνειδητά τι είναι  καλό και τι κακό . Η διαμεσολάβηση του διδάσκοντος αυτό επιδιώκει και αυτό θα έλεγα πως είναι ίσως το πρώτο που διδάσκουμε διδάσκοντας λογοτεχνία: κριτική όραση και ελευθερία.

– Α, είναι σπουδαίο αυτό που διδάσκετε, αν πράγματι το διδάσκετε, λέει. Κι εγώ άλλωστε, όπως θα ξέρεις, δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο μορφωτικό αγαθό να μεταδώσω ή να παραδώσω, όπως άλλοι. Κουβέντα έκανα, συζήτηση. Όμως εγώ δεν παράσταινα τον δάσκαλο ούτε έλεγα πως ξέρω - αντίθετα μάλιστα τόνιζα συνεχώς ότι ουδέν οίδα - ούτε πληρωνόμουν βέβαια. Κι όμως πέρασα στην ιστορία ως σπουδαίος δάσκαλος, που και σήμερα ακόμη μιλούν για μένα, μαθαίνω, οι παιδαγωγοί. Άλλη παρανόηση κι αυτή.

– Ίσως δεν είναι παρανόηση, Σωκράτη, του λέω, ίσως είναι αναγνώριση του σωστού ρόλου του δασκάλου. Ότι δηλαδή ο σωστός δάσκαλος δεν είναι αυτός που δασκαλεύει, αυτός που δίνει στους μαθητές έτοιμες λύσεις, έτοιμες γνώσεις και τις προσωπικές του πεποιθήσεις σαν απόλυτες αλήθειες παρασύροντας τις εύπλαστες νεανικές ψυχές, αλλά αυτός που βοηθάει το μαθητή να ψάχνει με τον σωστό τρόπο, να σκέπτεται λογικά, να κρίνει συγκρίνοντας, να ανακαλύπτει τη γνώση και το σωστό μόνος του. Όπως η λογοτεχνία διδάσκει όταν δε «διδάσκει»  (όταν «διδάσκει» δεν είναι καλή λογοτεχνία) έτσι και οι διδάσκοντες λογοτεχνία: προσπαθούμε με τη διαμεσολάβησή μας να βοηθήσουμε τον μαθητή να συνομιλήσει με έναν υψηλότερο στοχασμό και λόγο, αναπτύσσοντας έτσι τη δική του κρίση.

– Ναι, αλλά το κείμενο μιλάει και μόνο του, είπαμε. Ό,τι έχει να πει το λέει με τον τρόπο του, το λέει και κατόπι σωπαίνει. Το ρωτάς αλλά δε σου απαντάει.  Ο καθένας λοιπόν το κάνει ό,τι θέλει το κείμενο, το πάει από δω και από κει και ο πατέρας του δεν είναι κοντά να το βοηθήσει.  Με αφορμή το κείμενο λοιπόν ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, δήθεν ερμηνεύοντας, να λέει αυτό που ο ίδιος καταλαβαίνει, ενώ το κείμενο  κείται εκεί σιωπηλό, ανυπεράσπιστο και εκτεθειμένο, ίσως και τελείως ξεχασμένο…

– Μπορεί βέβαια να συμβαίνει κάποτε και αυτό που λες, Σωκράτη, αλλά κανονικά ο διδάσκων φροντίζει να προστατεύει το κείμενο από την παρανάγνωση, την αυθαιρεσία και τη διαστρέβλωση ακολουθώντας το σωστό τρόπο προσέγγισης. Κανονικά ο διδάσκων ζητάει από τους μαθητές να παρατηρούν το κείμενο και η κάθε παρατήρηση να ακουμπάει σε λέξεις και πράγματα του κειμένου ή να προκύπτει από συσχετισμούς, έστω και τραβηγμένους ενίοτε, διότι και ο κάθε  αναγνώστης έχει  δικαίωμα σε  μια προσωπική νοηματοδότηση του κειμένου. Σε τελική ανάλυση άλλωστε ο αναγνώστης δίνει το νόημα, όσο και όπως μπορεί βέβαια αλλά μέσα σε όρια, χωρίς να καταργεί ή να παραμορφώνει το κείμενο κατά το δοκούν. Με την ανταλλαγή διαφορετικών παρατηρήσεων και σχολίων στην τάξη, με τον ερμηνευτικό διάλογο, το κείμενο φωτίζεται από πολλές πλευρές, τα νοήματά του διευρύνονται, ανανεώνονται και εκσυγχρονίζονται, ιδίως όταν πρόκειται για ανοιχτά, ασαφή και δυσπρόσιτα  κείμενα, όπως είναι πολλά ποιήματα. Κάποιοι πάντως υποστηρίζουν, Σωκράτη, ότι, αφού μιλάει το κείμενο μόνο του στον καθένα, δε χρειάζονται άλλα λόγια και αναλύσεις αλλά μόνο ανάγνωση, βίωση και απόλαυση του κειμένου εν σιωπή.

– Για κάποια κείμενα μπορεί να ισχύει αυτό, είπε, αλλά η απόλαυση προϋποθέτει πάντα την κατανόηση, η λογοτεχνία δεν είναι μουσική ούτε σοκολάτα. Όσο μάλιστα πληρέστερη είναι η κατανόηση, τόσο βαθύτερη είναι η απόλαυση, τόσο βαθύτερα τα σημάδια που αφήνει στην ψυχή η επικοινωνία. Δεν πρέπει να συγχέουμε την αισθητηριακή απόλαυση με την πνευματική – διανοητική, που προσφέρει η ανάγνωση λογοτεχνικού κειμένου. Άλλωστε δεν υπάρχει τρόπος να διαγνώσουμε τον βαθμό απόλαυσης. Εσείς οι δάσκαλοι, δηλαδή, δεν ξέρετε αν και πόσο συγκινείται, βιώνει ή απολαμβάνει ένα κείμενο ο μαθητής. Αυτό το ελέγχετε με όρους της κατανόησης, αν και κάποιος μπορεί να κατανοεί με το μυαλό του αλλά  να μη συγκινείται. Έτσι δεν είναι;

– Ακριβώς, Σωκράτη, και καθώς μιλούσες σκεπτόμουν αυτό που είχε πει, νέος ακόμη, ο Διονύσιος Σολωμός στον μεγάλο Ιταλό ποιητή Μόντη, που υποστήριζε ότι δεν πρέπει ο αναγνώστης να σκέπτεται πολύ αλλά πρέπει να αισθάνεται, να νιώθει. Ο Σολωμός λοιπόν, αν και νέος, του είπε ότι «πρώτα πρέπει να συλλάβει ο νους. Και ύστερα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους συνέλαβε». Αλλά ο απαίδευτος νους δεν είναι εύκολο να συλλάβει μόνος του. Θέλει τροφή, βοήθεια και άσκηση και αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε στο νου του μαθητή με τη διαμεσολάβησή μας, εμείς οι φιλόλογοι. Διότι το λογοτεχνικό κείμενο - και μάλιστα το ποιητικό - είναι λόγος πυκνός, ελλειπτικός και φορτισμένος με νόημα και συγκίνηση, γνώση, εμπειρία, παιδεία, επιδράσεις, είναι λόγος προσωπικός, με δικό του ύφος, τόνο, ρυθμό, θερμοκρασία και εσωτερική ζωή. Αυτή τη ζωή θέλουμε να νιώσει ο μαθητής και αυτό θα γίνει με την κατανόηση. Η κατανόηση είναι το βασικότερο στάδιο που πρέπει να διέλθει ο μαθητής για να φτάσει σε υψηλότερες βαθμίδες, όπως η ερμηνεία ή η επέκταση σε νέες συστοιχίες νοημάτων και σε άλλα πεδία αναφοράς. Ώσπου να γεννηθεί και να προκύψει τελικά στο νου του μαθητή ένα δικό του κείμενο σκέψης  ως απάντηση στο κείμενο του συγγραφέα, ως προϊόν της συνομιλίας μαζί του, ως αντίδραση στο πνευματικό ερέθισμα που δέχτηκε.

– Δεν το κατάλαβα αυτό το τελευταίο, είπε. Διδάσκοντας λογοτεχνία θέλετε να κάνετε τους μαθητές λογοτέχνες;

– Όχι βέβαια, Σωκράτη. Όποιος είναι να γίνει, θα γίνει, κατά δύναμη. Εμείς διδάσκοντας λογοτεχνία θέλουμε να κάνουμε τους μαθητές ευαίσθητους και σκεπτόμενους ανθρώπους, κριτικούς και δημιουργικούς αναγνώστες, που να θέλουν αλλά και να ξέρουν να διαβάζουν, να κατανοούν, να ερμηνεύουν και να αναδημιουργούν με δικό τους τρόπο τα λογοτεχνικά κείμενα καλλιεργώντας την ευαισθησία, την κρίση και τη φαντασία τους.

– Πολλά είπαμε κι εγώ ξέρεις ξεχνάω με τα πολλά τα λόγια. Μήπως μπορείς να συνοψίσεις όσα είπες, και να τα βάλουμε σε μια σειρά, για να τα εξετάσουμε κατόπι ένα-ένα;

– Θα σου διαβάσω, Σωκράτη, του λέω, την περίληψη από την εισήγηση - κάτι σαν τη σοφιστική επίδειξη - που ετοίμασα για να την παρουσιάσω σε ένα συνέδριο φιλολόγων, στον Βόλο. Είναι σχετική με το θέμα και με βρήκες έτοιμο. Να πώς βλέπω συνολικά το θέμα της λογοτεχνίας και της διδασκαλίας της:

«Εν αρχή είναι ο φυσικός κόσμος, η φύση, τα πράγματα, τα όντα με τα ονόματά τους, άλλα γνωστά και άλλα άγνωστα, σαν ένα τεράστιο πλάνο. Άλλο συναφές τεράστιο πλάνο είναι  η κοινωνική ζωή των ανθρώπων με σταθερές και κινούμενες εικόνες, με συνεχή συμβαίνοντα, γεγονότα και πρόσωπα. Αντίκρυ βρίσκεται το μάτι του ανθρώπου που βλέπει, σαν το μάτι της κάμερας: παρατηρεί (ανάλογα με την ευαισθησία, την εγρήγορση, την οξύτητά του) και καταγράφει στο νου τα πλάνα, τα δρώμενα και τις εικόνες, φωτογραφώντας και φωνογραφώντας. Ο νους κάνει το καθάρισμα και το μοντάζ επιλέγοντας και απορρίπτοντας, συνδυάζοντας και συνθέτοντας τα στοιχεία, κατά την αντιληπτικότητα, που συμπληρώνεται με την επινόηση και τη φαντασία. Αυτή είναι η πρώτη φάση της νόησης, κοινή για όλους τους ανθρώπους που διαθέτουν αισθήσεις και μυαλό.

 Δεύτερη φάση: Ένας συγκεκριμένος παρατηρητής γλωσσικοποιεί τα επιλεγμένα στοιχεία κατά τη γλωσσική του δύναμη, με σκοπό  να τα κρατήσει, να τα διασώσει, να τα ζωντανέψει, να τα κοινοποιήσει  σε άλλους και ο ίδιος να επικοινωνήσει, να μιλήσει, να υπάρξει, να ακουστεί. Τώρα ο παρατηρητής, δηλαδή ο συγγραφέας - πομπός να λέμε πια, συνθέτει με τον λόγο και τη γραφή του διάφορες όψεις του κόσμου, υφαίνει κομμάτια ζωής. Η δική του όραση, αίσθηση και σκέψη περασμένη στη δική του γλώσσα προβάλλεται ως γραπτό γεγονός το όραμά του παίρνει μορφή, γίνεται γλωσσικό σημαίνον σύνολο, δηλαδή λογοτεχνικό κείμενο - μήνυμα, που μέσα από ένα κανάλι δημοσιότητας αποχτάει ύπαρξη και περνάει στο αναγνωστικό κοινό.

Τρίτη φάση: Το κείμενο περιέρχεται στον αναγνώστη - δέκτη, τρίτο παράγοντα. Ο κόσμος, τα γεγονότα, τα πράγματα και το μάτι που τα βλέπει είναι ο πρώτος παράγοντας. Η γλώσσα, η γραφή, το λογοτεχνικό κείμενο του συγγραφέα και το κανάλι δημοσιότητας είναι ο δεύτερος, ο αναγνώστης του κειμένου είναι ο τρίτος και σπουδαιότερος παράγων, διότι χωρίς αυτόν ακυρώνεται και ο δεύτερος. Χωρίς αναγνώστη ούτε κείμενο υπάρχει. Ο αναγνώστης τώρα, έχοντας το κείμενο, ακολουθεί αντίστροφη πορεία. Με την ανάγνωση πρέπει να αποκαλυφθεί ο κόσμος του κειμένου, η εμπειρία του συγγραφέα να περάσει  στον αναγνώστη και στο μαθητή - αναγνώστη. Έτσι εμπλουτίζεται και ανακατασκευάζεται η εμπειρία του μαθητή. Σε μια συλλογική μάλιστα ανάγνωση, όπως είναι η διδασκαλία στην τάξη, με την ανταλλαγή αναγνωστικής ευαισθησίας των μαθητών  εμπλουτίζεται  η εμπειρία όλων. Εδώ έγκειται η σημασία της διαμεσολάβησης του διδάσκοντος ως συμβολή στην πληρέστερη αναγνωστική προσέγγιση: άρση γλωσσικών και πραγματολογικών δυσχερειών, παρατήρηση, συζήτηση, κατανόηση, ερμηνεία, ξενάγηση στους εκφραστικούς τρόπους και στο γλωσσο-νοηματικό σύμπαν του κειμένου, και εντεύθεν στη σημασία του για μας, εδώ, τώρα, καθώς και στις δυνατότητες  χρήσης του.

Συμπέρασμα: Όταν διδάσκουμε λογοτεχνία διδάσκουμε ανάγνωση με κριτική όραση και ελευθερία. Δηλαδή αναγνώριση του κειμένου με βάση την παρατήρηση, την ερώτηση, την αναζήτηση, τη συζήτηση, την παραγωγή και την ανταλλαγή λόγου. Με την ανάγνωση διδάσκουμε την κατανόηση, την ερμηνεία, τη συμμετοχή στην εμπειρία του συγγραφέα, στο προβαλλόμενο όραμα ζωής και στη σημασία του. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας είναι μια αναγνωστική άσκηση με σκαλοπάτια (αναβαθμούς), μια ανάβαση που αποσκοπεί στην καλύτερη πραγματογνωσία, ανθρωπογνωσία και τελικά αυτογνωσία».

Αφού τελείωσα την ανάγνωση «σε άκουσα», μου είπε  ο Σωκράτης, «κεκηλημένος και θαυμάζοντας αλλά συγχρόνως αναρωτιόμουν, όπως τότε με τον Πρωταγόρα για την αρετή, αν όλα αυτά που έλεγες είναι διδακτά».

– Όχι πάντα, Σωκράτη, του λέω, ούτε στον ίδιο βαθμό, ούτε με όλα τα κείμενα ούτε με όλους τους μαθητές ούτε με όλους τους διδάσκοντες. Η ανάγνωση, εκτός από το κείμενο, προϋποθέτει τον αναγνώστη και ο κάθε αναγνώστης έχει το δικό του ψυχικό υπόστρωμα και τα δικά του αποθέματα με βάση τα οποία προσλαμβάνει. Πολλές φορές τα αποθέματα αυτά (γλώσσας, εμπειρίας, ευαισθησίας, παιδείας…) είναι ελάχιστα, ανύπαρκτα ή αρνητικά και δεν επιτρέπουν ουσιαστική επικοινωνία. Παράλληλα είναι τα πολλά και μεγάλα προβλήματα της παιδείας και οι γενικότερα μίζεροι και χαλεποί καιροί που δρουν ανασταλτικά σ’ αυτά που επιδιώκουμε. Όμως έστω και λίγο να βελτιώσουμε την αναγνωστική όραση των μαθητών μας μέσα από τη λογοτεχνία, το έργο είναι σημαντικό. Ασκούμενοι και μαθαίνοντας να διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα, ασκούνται και μαθαίνουν να βλέπουν και να διαβάζουν καλύτερα το κείμενο του κόσμου και της ζωής.

Αυτά είπα με τον Σωκράτη και δεν τον άφησα να συνεχίσει και να με στριμώξει με εκείνα τα «κομψά», τις μικρές ερωτήσεις του, στις οποίες εσύ απαντάς αθώα με ναι ή με όχι, ώσπου τελικά διαπιστώνεις ότι έχεις παραδεχτεί αυτά που θέλει ο Σωκράτης και που είναι  αντίθετα από αυτά που πιστεύεις εσύ. Του είπα λοιπόν πως έχω δουλειά, κι έφυγα.

(Φωτογραφία: Craig Cozart / Getty Images)

28-03-2021


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο