Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Ανοιχτά ζητήματα για τη λογοτεχνία ως μάθημα

Τα λόγια που ακολουθούν να μου επιτραπεί να τα αφιερώσω στη μνήμη των φίλων μου Νίκου Γρηγοριάδη, Τάκη Καρβέλη, Χριστόφορου Μηλιώνη και Γιώργου Παγανού. Μαζί τους (το μακρινό 1977, πριν από 44 χρόνια, στη βράση της μεταπολίτευσης, με Υπουργό Παιδείας τον αείμνηστο Γεώργιο Ράλλη και με Πρόεδρο του ΚΕΜΕ τον αείμνηστο Αλέξανδρο Καρανικόλα) αλλάξαμε τα ποικίλης ύλης Νεοελληνικά Αναγνώσματα σε Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (ΚΝΛ) ταυτίζοντας το μάθημα των Νέων Ελληνικών (ΝΕ) με τη λογοτεχνία, άρα και τους σκοπούς του μαθήματος με τους σκοπούς της λογοτεχνίας: κατανόηση και απόλαυση, μόρφωση και τέρψη, ψυχαγωγία με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, αγωγή της ψυχής και του πνεύματος, σε συνδυασμό με ουσιαστική γλωσσική παιδεία, αφού η λογοτεχνία προσφέρει την καλύτερη ποιότητα λόγου. Για την τυπική γλωσσική διδασκαλία είχαμε προτείνει να γραφούν ειδικά βιβλία με βάση την Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία (όπως έγινε αργότερα) ώστε η λογοτεχνία να μείνει μάθημα αυτόνομο και διακριτό, με το δικό της όνομα στο σχολικό πρόγραμμα και με δικούς σκοπούς και στόχους.

Η λογοτεχνία ως μάθημα ανοίγει μια ρωγμή στο στεγανό και στεγνό εκπαιδευτικό σύστημα, για να μπει στην τάξη η ανάσα και η δροσιά της ζωής και της ελευθερίας. Για να δοκιμάσει το μυαλό άλλες στροφές, ακούοντας άλλες και αλλιώς ομιλίες με νόημα βουτηγμένο στη συγκίνηση. Για να διδάξει, μη διδάσκοντας, το κείμενο από μόνο του τα δικά του και με τη διαμεσολάβηση του φιλόλογου να διδάξει πράγματα μη διδακτά και μη σταθμητά: ανθρωπογνωσία και αυτογνωσία, φιλαναγνωσία και κριτική όραση, αναγνωστική άσκηση και προσληπτική, δηλαδή αντιληπτική, ικανότητα. Όποιος ασκείται στην ανάγνωση του λογοτεχνικού κειμένου, μαθαίνει να διαβάζει καλύτερα και πιο σωστά το μεγάλο κείμενο του κόσμου και της ζωής, που περνάει συνεχώς μπροστά μας σε διαδοχικά και σημαίνοντα πλάνα ζητώντας σημασιοδότηση.

Τι είναι όμως και τι δεν είναι λογοτεχνία, είναι ζήτημα που παραμένει ανοιχτό. Καθετί που δηλώνει λογοτεχνία, είναι λογοτεχνία; Ο καθένας που αυτοπροσδιορίζεται ως ποιητής ή πεζογράφος, είναι; Η εποχή μας ευνοεί τους αυτοπροσδιορισμούς και την ισοπέδωση, οι κανόνες κλονίζονται, άρα και ο λογοτεχνικός. Άλλωστε η λογοτεχνία δεν ορίζεται, ο ορισμός της θα ήταν περιορισμός. Αν δεν ορίζεται, αναγνωρίζεται όμως από τη δύναμη, τη ζωντάνια και την ποιότητα του λόγου της. Για την αγορά ίσως δεν έχει τόση σημασία η ποιότητα ή η λογοτεχνικότητα, το προϊόν κυκλοφορεί ελεύθερα και επαφίεται στο  αναγνωστικό κοινό και στο διαφημιστικό κύκλωμα. Για την  εκπαίδευση όμως η ποιότητα έχει μεγάλη σημασία, διότι η εκπαίδευση είναι δόμηση, όχι αποδόμηση και διότι το λογοτεχνικό κείμενο επιβάλλεται στα παιδιά ως μορφωτικό αγαθό, άρα διαθέτει τα στοιχεία του μορφωτικού αγαθού. Ποιος λοιπόν φορέας, με ποια κριτήρια και με ποια διαδικασία επιλέγει τα προς διδασκαλία κείμενα, ώστε να μη καταστεί η λογοτεχνία εργαλείο ή υποζύγιο αλλότριων επιδιώξεων ή σκοπιμοτήτων;

(Η ομάδα μας από την αρχή είχε ως βασικά κριτήρια τη λογοτεχνική ποιότητα του κειμένου και την αξιολόγηση των λογοτεχνών από την έγκυρη κριτική. Τα κείμενα επιλέγονταν με ομοφωνία των μελών. Στην αναθεώρηση του 1999 ανανεώσαμε την ύλη προσθέτοντας νέα κείμενα και κατατάξαμε στην ιστορική – γραμματολογική σειρά τους τα κείμενα που για λόγους λειτουργικούς ήταν ανακατεμένα στις τρεις τάξεις του Λυκείου. Δημιουργήθηκε έτσι μια τρίτομη εκπαιδευτική ανθολογία, μοναδική στο είδος της, που εκδόθηκε από τον ΟΕΔΒ. Ως Σύμβουλος του Π.Ι. υπεύθυνος για τα φιλολογικά μαθήματα και Επιστημονικός Υπεύθυνος του έργου ΓΛΩΣΣΑ, είχα ζητήσει να διανέμονται και να χρησιμοποιούνται και οι τρεις τόμοι και στις τρεις τάξεις του Λυκείου, με διδακτέα ύλη που θα καθορίζει κατ’ έτος ένας κεντρικός φορέας (π.χ. το Π.Ι.). Αυτό δεν έγινε για λόγους μάλλον τυπικούς και γραφειοκρατικούς, με αποτέλεσμα να δοθεί ένας τόμος σε κάθε τάξη περιπλέκοντας μάλλον το πρόβλημα και εξουδετερώνοντας την ανθολογία ΚΝΛ).

Ωστόσο η λογοτεχνία ως σχολικό μάθημα παραμένει εν πολλοίς ανοικονόμητη. Δεν έχει διδακτέα ύλη, δεν έχει συγκεκριμένα μαθησιακά αναμενόμενα, δεν έχει μια κάπως κοινή, αν όχι μέθοδο προσέγγισης, τουλάχιστον γλώσσα διδασκαλίας με τη βασική της ορολογία. Το κείμενο έρχεται μάλλον ως «ελεύθερο ανάγνωσμα», παρά ως μάθημα με την εκπαιδευτική έννοια και η τάξη μετατρέπεται μάλλον σε «λέσχη ανάγνωσης», όπου ο καθένας μπορεί να διδάσκει ό,τι θέλει, όπως θέλει. Αυτό θέλουμε; Ως διδάσκων φιλόλογος θα έλεγα με ενθουσιασμό «ναι, αυτό θέλουμε», αλλά ως στέλεχος της εκπαίδευσης θα είχα επιφυλάξεις. Και για άλλους λόγους αλλά κυρίως για τις κρίσιμες Γενικές Εξετάσεις, όπου η κοινή εξέταση προϋποθέτει κοινά εξεταστέα, άρα και διδακτέα. Αν λοιπόν τεθεί ως ζητούμενο π.χ. να γράψετε τη λειτουργία των μεταφορικών εκφράσεων του κειμένου, είμαστε βέβαιοι ότι όλοι οι υποψήφιοι έχουν ακούσει τι είναι το ζητούμενο ή θεωρείται αυτονόητο ότι το έχουν ακούσει;

Γύρω από τη λογοτεχνία κινούνται δυο τουλάχιστον σχετικές επιστήμες, η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και η Θεωρία της λογοτεχνίας. Και οι δυο είναι χρήσιμες ως ένα σημείο και απωθητικές στην υπερβολή της χρήσης τους. Τι και πόσο  χρειάζεται όμως; Πού κείται το «μέτρο»; Φυσικά  το Ι.Ε.Π. εν προκειμένω μπορεί να δώσει σχετικές Οδηγίες διαδικτυακά, αλλά εδώ τίθεται το άλλο ανοιχτό ζήτημα: φτάνουν αυτές οι οδηγίες στους φυσικούς αποδέκτες; Και αν φτάνουν, διαβάζονται; Και αν διαβάζονται, εφαρμόζονται; Είδα το Πρόγραμμα Σπουδών (ΠΣ)   για τη λογοτεχνία στο ΦΕΚ. Πρόκειται για ένα σημαντικό εκτενές δοκίμιο για τη λογοτεχνία και τη διδασκαλία της, γραμμένο με γνώση. Καθώς το διάβαζα, αναρωτιόμουν πόσοι διδάσκοντες το έχουν διαβάσει και το έχουν κατανοήσει. Συγχρόνως αναρωτιόμουν αν το συγκεκριμένο κείμενο βοηθάει τους διδάσκοντες στη διδακτική τους πράξη. Το Π.Σ. γίνεται για να ξέρει ο διδάσκων καθαρά και ξάστερα το τι, το γιατί και το πώς. Ο Σύμβουλος ή ο Συντονιστής είναι για να το διευκρινίζει και για να παρακολουθεί την υλοποίησή του. Αλλά τώρα φοβούμαι πως μπαίνω σε ανοιχτά ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας της ελληνικής εκπαίδευσης.

Ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα «Νεοελληνική και ξένη λογοτεχνία». Τι εννοούμε ξένη; Ευρωπαϊκή ή παγκόσμια; Και σε ποια αναλογία; Και ποιο ποσοστό ανήκει πλέον στην εθνική λογοτεχνία (και όχι μόνο) στην εποχή της παγκοσμιοποίησης; Και ποια μετάφραση είναι η καλύτερη; Στα Π.Σ. του 1999 σε συνεργασία με το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, και με το Νάσο Βαγενά συγκεκριμένα, ετοιμάσαμε και εκδώσαμε από τον ΟΕΔΒ το πολύ αξιόλογο, νομίζω, εγχειρίδιο Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία για το αντίστοιχο μάθημα που είχε εισαχθεί ως μάθημα επιλογής. Στη συνέχεια αυτό καταργήθηκε, όπως και όλα τα μαθήματα επιλογής, αυτή η ωραία εκπαιδευτική ιδέα που εφαρμόστηκε στα Ενιαία Πολυκλαδικά Λύκεια, τα οποία επίσης καταργήθηκαν. Πάλι όμως μπαίνω σε ανοιχτά ζητήματα της ελληνικής εκπαίδευσης και μιας εκπαιδευτικής πολιτικής που εν πολλοίς βασίζεται στο «βλέποντας και κάνοντας» και στο «ράβε - ξήλωνε».

Ένα άλλο ανοιχτό ζήτημα για το μάθημα της λογοτεχνίας θα μπορούσε να έχει τίτλο «επιλεγμένα αποσπάσματα και ολόκληρα έργα», θέμα που συχνά τίθεται διαζευκτικά, ενώ θα έπρεπε να τίθεται συμπληρωματικά, αφού και οι δυο απόψεις  έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, που η αναφορά τους παρέλκει. Όταν όμως το 1999 είχαμε στη θεωρητική κατεύθυνση της Γ΄ Λυκείου εξεταστέο μάθημα τη Λογοτεχνία, η αρχική σκέψη ήταν να μη γραφεί νέο βιβλίο αλλά να δοθεί διδακτέα (άρα και εξεταστέα) ύλη από τα ΚΝΛ και επιπλέον να δοθούν προς ανάγνωση και εξέταση 2-3 ολόκληρα έργα. Ποια έργα όμως; Τίνος συγγραφέα; Γιατί αυτού και όχι άλλου; Από ποιον εκδοτικό οίκο; Ποιος θα πληρώσει την αγορά τους, αφού η εκπαίδευση είναι δωρεάν; Πώς θα αντιδράσουν οι άλλοι εκδότες; Η εμπειρία από τις σχολικές βιβλιοθήκες ήταν αρνητική, τα ερωτήματα ήταν πολλά και η απάντησή τους απαιτούσε προϋποθέσεις που δεν υπήρχαν. Έτσι αποφασίστηκε να γραφεί το βιβλίο Νεοελληνική Λογοτεχνία που περιλαμβάνει και ολόκληρα έργα, όπως η Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή  Δούκα ή η Σονάτα του σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου. Ζητήσαμε όμως τα κείμενα να μη μείνουν εκεί μόνιμα σαν εκθέματα μουσείου, αλλά να ανανεώνονται σε εύλογα χρονικά διαστήματα, κάτι που  δεν έγινε. Έγιναν βέβαια άλλες αλλαγές.

Σημαντική αλλαγή είναι η συνεξέταση Γλώσσας και Λογοτεχνίας στην  αυτονόητα ορθή λύση, «δύο σε συσκευασία ενός», με το κάθε μέλος να διατηρεί την αυτοτέλεια και την ανεξαρτησία του. Ωστόσο η λογοτεχνία αδικείται κατάφωρα  στη μοριοδότηση (15/100), κάτι που υπονομεύει την ισοτιμία και θέλει αποκατάσταση. Τέλος, ανοιχτό ζήτημα είναι πάντα και ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί ο τρόπος εξέτασης στη λογοτεχνία, καθώς και η βαθμολόγηση των γραπτών των υποψηφίων, διότι πολλοί ζητούν αφορμή. Είναι γνωστό ότι στην αξιολόγηση της Λογοτεχνίας (όπως και της Γλώσσας) παρεμβαίνει ο υποκειμενικός παράγοντας τόσο  του εξεταζόμενου (στις περυσινές εξετάσεις ζητήθηκε επίμονα – και σωστά –  προσωπική άποψη) όσο και του διορθωτή. Είναι επίσης γνωστό ότι η βαθμολογία στο μάθημα της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας είναι πολλές φορές καθοριστική για την εισαγωγή των υποψηφίων στις περιζήτητες Σχολές των ΑΕΙ. Επιβάλλεται, λοιπόν, τα θέματα και τα ερωτήματα να μην είναι εξειδικευμένα ή εξεζητημένα αλλά ζυγισμένα, ουσιαστικά και διατυπωμένα με σαφήνεια, ώστε τα ζητούμενα να είναι πλήρως  κατανοητά. Παράλληλα, η Επιτροπή οφείλει να δίνει στους βαθμολογητές σαφή κριτήρια αξιολόγησης μαζί με τα στοιχεία που συνιστούν ενδεικτικά την ορθή και πλήρη απάντηση σε κάθε ζητούμενο. Η λογοτεχνία θέλει ελευθερία, αλλά η βαθμολόγησή της θέλει δικαιοσύνη.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ

*Ομιλία που εκφωνήθηκε στη Διημερίδα που οργάνωσε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής  Πολιτικής για  τη Λογοτεχνία στην εκπαίδευση (21-22 Μαΐου 2021).     

 

 

Ενημερωτικό δελτίο