Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Κριτικά σχόλια για το πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής»
pic

[2/1/2022]

Κριτικά σχόλια για το πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής»

Γιώργος Κόκκινος[1]

Α. Οι δύο προσεγγίσεις

Αν δούμε το ζήτημα που μας απασχολεί μακροσκοπικά και με το περίφημο «βλέμμα του πουλιού», όρος που χρησιμοποιείται στη γλώσσα των ιστορικών της τέχνης και των ιστορικών του χώρου και του τοπίου, τότε θα αναγνωρίσουμε καλόπιστα ότι το ερευνητικό και εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής» εκ των πραγμάτων εγγράφεται σε ένα διμερές πολιτικο-διπλωματικό πλαίσιο σχέσεων και, κατά συνέπεια, σε ένα καθεστώς μεταβατικής δικαιοσύνης: δηλαδή της συνομολόγησης μιας μακράς διαδικασίας που προβλέπει αφενός την έμπρακτη παραδοχή εκ μέρους της χώρας-θύτη ή ορισμένων επίσημων φορέων της (στην προκειμένη περίπτωση του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου) των δεινών που επέφερε ο ναζιστικός στρατός και τα SS στην Ελλάδα και, παράλληλα, αφετέρου, την καταλλαγή της μνησικακίας που έχει κατακλύσει ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινής γνώμης, ειδικά μετά την κρίση χρέους και τις αφόρητες πιέσεις που άσκησε η γερμανική κυβέρνηση στην ελληνική. Ο ελληνικός λαός, μέσω του Δικτύου των μαρτυρικών χωριών και πόλεων, αλλά και του Εθνικού Συντονιστικού Συμβουλίου για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων, όπως και η Βουλή των Ελλήνων με επίσημο πόρισμά της, ζητούν την αναγνώριση των θυσιών στις οποίες υπεβλήθη ο πληθυσμός της χώρας μας στη διάρκεια της Κατοχής και -με δυο λέξεις- διεκδικούν την απονομή ιστορικής δικαιοσύνης (επανορθωτικής κυρίως), σύμφωνα με το δικαίωμα που τους παρέχει η ηθική δεοντολογία και το διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, για να υπάρξει μεταβατική δικαιοσύνη πρέπει ως προϋπόθεση, όπως μόλις προηγουμένως αναφέρθηκε, να έχει συνομολογηθεί και από τις δύο πλευρές,  δηλαδή από τη χώρα-θύτη και τη χώρα-θύμα, ένα σταθερό και αμοιβαία δεσμευτικό πλαίσιο αρχών, κανόνων, πρακτικών και σκοπευμένων δράσεων. Στην περίπτωση όμως των ελληνο-γερμανικών σχέσεων η χώρα-θύτης καταγγέλλεται συχνά-πυκνά τόσο για επιλεκτικότητα στις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το «σκοτεινό παρελθόν» της, αυτό της αποικιοκρατίας και των δύο παγκοσμίων πολέμων (σύγκρινε τη διαφορετική στάση της έναντι της Ελλάδας και της Ναμίμπια), όσο και για εργαλειακούς χειρισμούς και ανειλικρίνεια, παρά τη διακηρυγμένη μεταμέλεια που έχουν δηλώσει κατά καιρούς ανώτατοι πολιτειακοί λειτουργοί της, όπως πιο πρόσφατα ο πρόεδρος Γκάουκ στους Λυγκιάδες. Οι παράγοντες αυτοί αναρριπίζουν τα αρνητικά στερεότυπα και τροφοδοτούν σχεδόν ανακλαστικά προβληματικές ιστορικές αναλογίες, αν όχι ταυτίσεις, τις οποίες και εργαλειοποιούν στην Ελλάδα για να τις εκμεταλλευτούν πολιτικά τόσο ο νεοναζισμός όσο και -δυστυχώς, κατά τη γνώμη μου-, η λεγόμενη «πατριωτική Αριστερά» επιδιώκοντας ασφαλώς εντελώς διαφορετικούς στόχους. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ακόμα και οι αγαθότερες προθέσεις να υπήρχαν από την πλευρά της Γερμανίας, εάν βεβαίως αυτή ομολογούσε ευθαρσώς τα εγκλήματα που διέπραξε ο γερμανικός στρατός κατοχής στην Ελλάδα και πλήρωνε τις αποζημιώσεις ή επέστρεφε το κατοχικό δάνειο τείνοντας χείρα συμφιλίωσης, το ενδεχόμενο αυτό δεν θα προδιέγραφε ούτε τη συγχώρεση εκ μέρους των θυμάτων ούτε τη συμφιλίωση, μολονότι η «εκτοπισμένη» αλλά, ταυτόχρονα, και πανταχού παρούσα τραυματική μνήμη δεν θα στοίχειωνε πια την ελληνική ιστορική συνείδηση σαν ένα «παρελθόν που γίνεται διαρκές παρόν», καθώς θα αποτελούσε επιτέλους αντικείμενο πένθους και γενικότερα συλλογικής διεργασίας της πολλαπλής τραυματικής εμπειρίας.

            Αν, στον αντίποδα, δούμε τα πράγματα από στενότερη οπτική γωνία και με δεδομένο ότι το πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής» δεν αποτελεί επίσημη πρωτοβουλία του ίδιου του γερμανικού κράτους, αλλά ενός σημαντικού διεθνώς και μεγάλου πανεπιστημίου, του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, πρωτοβουλία την οποία συνδράμουν φορείς της κοινωνίας των πολιτών, τότε είναι εύλογο να θεωρήσουμε ότι οφείλουμε να προσεγγίσουμε το πρόγραμμα αυτό απερίσπαστοι από ιδεοληψίες, ως ένα εξαιρετικό μαθησιακό εργαλείο υπό διαρκή ανασυγκρότηση, και να ευχηθούμε, παράλληλα, να εξευρεθούν οι απαραίτητοι πόροι για τη συνέχισή του. Τόσο στην καθαρά ερευνητική του βάση (εννοώ τον περαιτέρω εμπλουτισμό των πηγών, ακόμα και με εκδομένες μαρτυρίες, ταυτόχρονα όμως και την πολυπρισματική και συγκριτική τους θεώρηση) όσο και στο επίπεδο της συστηματικής ανανέωσης των διδακτικών στρατηγικών και μεθόδων, αλλά και της οργάνωσης των αναγκαίων επιμορφωτικών δράσεων με κύριο αποδέκτη τους εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας πρωτίστως, αλλά και της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, σε μικρότερη ενδεχομένως ένταση.  

 

Β. Ιστορία των θυτών και των θυμάτων

Αντίθετα με ό,τι σχεδιάζουν οι στρατηγικές ή οι πολιτικές μνήμης και ταυτότητας και ο σύμφυτος με αυτές ακτιβισμός, δεν μπορούμε να κάνουμε ιστορία χωρίς την αίσθηση του όλου, αδιαφορώντας δηλαδή για το ιδεώδες της σφαιρικής και πλουραλιστικής προσέγγισης. Αυτό αποτελεί επιστημολογική επιταγή και, ταυτόχρονα, δεοντολογική δέσμευση της σύγχρονης ιστοριογραφίας και, κατά συνέπεια, και της επιστημονικοποιημένης ιστορικής εκπαίδευσης. Στον πυρήνα της δεοντολογικής αυτής δέσμευσης ο σύγχρονος άνθρωπος κατανοεί ότι ενυπάρχει ένα τετραπλό αίτημα: για ιστορική αλήθεια πρωτίστως, αλλά και για διαφύλαξη και μελέτη της μνήμης, για απονομή ιστορικής δικαιοσύνης και για ιστορική ενσυναίσθηση (που καθόλου δεν σημαίνει ταύτιση).

Το γνωσιακό αίτημα της κατανόησης του βιόκοσμου και της οπτικής γωνίας του θύτη, που έως την τροπή των σπουδών του Ολοκαυτώματος προς τη συλλογή και μελέτη των μαρτυριών των επιζώντων λογιζόταν σχεδόν ως ιστοριογραφική κανονικότητα, σήμερα εύλογα αμφισβητείται και επιστημολογικά και ηθικά. Ο θύτης αντιμετωπίζεται πλέον ως αφηρημένη κατηγορία, αν όχι ως μετωνυμία, ως μια απάνθρωπη και απανθρωποποιημένη ταυτόχρονα ενσάρκωση του ιστορικού κακού, ειδικά όταν αυτός είναι ένας ορκισμένος ναζί, ένας ρατσιστής δήμιος. Ωστόσο, επιτρέψτε μου να ισχυριστώ ότι μια τέτοια στάση είναι ιστορικά τουλάχιστον προβληματική, δεδομένου ότι ο θύτης-οι θύτες αποτελούν εκ των πραγμάτων αναπόσπαστο τμήμα της ιστορικής πραγμάτευσης. Όντως η συμπερίληψη του κόσμου των θυτών σε μια, σύμφωνα με την ιστοριογραφική δεοντολογία, ευρύχωρη ιστορική εικόνα πρέπει να μη μας ξενίζει ούτε να μας προξενεί ηθικό αποτροπιασμό, παρότι στο καθεστώς ιστορικότητας που ονομάζουμε παροντισμό, από τους περισσότερους ανθρώπους η ιστορία ταυτίζεται κατά κύριο λόγο με την ορατότητα, την αναδρομική αναγνώριση και τη συμβολική δικαίωση των θυμάτων. Όμως μια αποκλειστικά θυματοκεντρική ιστορία, μολονότι προφανώς ηθικά υπέρτερη και ιστορικά αυτονόητη στις μέρες μας μετά από τη μαζική τυφλή βία του 20ού αιώνα, δεν είναι παρά γνωσιακά μερική και ελλιπής. Σύμφωνα με τη σοφή διαπίστωση του Έρικ Χομπσμπάουμ, «[μ]ια ιστορία γραμμένη μόνο για τους Εβραίους (ή τους Αφροαμερικανούς, τους Έλληνες, τις γυναίκες, τους προλετάριους, τους ομοφυλόφιλους) δεν μπορεί να είναι καλή ιστορία, έστω κι αν μπορεί να παρηγορεί όσους την ασκούν» ή την πιστεύουν (παρατίθεται από τον Enzo Traverso, Ιδιότυπα παρελθόντα. Το “εγώ” στη γραφή της ιστορίας, μετάφραση Νίκος Κούρκουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2021, 189). Και αυτό, δηλαδή η έμφαση στα θύματα και τους ηττημένους της Ιστορίας, συμβαίνει προφανέστατα λόγω της καθοριστικής σημασίας που έχουν  αποκτήσει στο δυτικό κατ’ εξοχήν ιστορικό φαντασιακό το Ολοκαύτωμα, η ρίψη των ατομικών βομβών, οι γενοκτονίες, η αποικιοκρατία, τα εγκλήματα του σταλινισμού, οι φρικαλεότητες της Ιαπωνίας σε βάρος του κινεζικού και του κορεατικού λαού και, σε μικρότερο οπωσδήποτε βαθμό, οι ανθρωπιστικές καταστροφές που προκλήθηκαν από το Apartheid και τις δικτατορίες στην Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και την Ασία, όπως και οι ματαιωμένες ή αυτοματαιωμένες επαναστάσεις.

Ωστόσο, όπως τα θύματα οφείλουμε να μην τα αντιμετωπίζουμε ως μία ενιαία, συμπαγή και εσωτερικά αδιαφοροποίητη μάζα συμβάλλοντας κι εμείς άθελά μας στην συνέχιση της απανθρωποποίησής τους που επιχείρησαν οι θύτες τους διευκολύνοντας την εξόντωσή τους, κατ’ αναλογία πρέπει να εφαρμόζουμε την ίδια τακτική και για τους θύτες και να μην τους αντιμετωπίζουμε αποκλειστικά και μόνο ως αποπροσωποποιημένα γρανάζια ενός αποκτηνωμένου ή γενοκτονικού μηχανισμού. Αυτό διόλου δεν σημαίνει εξίσωση θύτη-θύματος. Κάτι ηθικά αηδιαστικό και ιστορικά απαράδεκτο. Ακόμα και οι θύτες όμως έχουν δικαίωμα στον ατομικό ή συλλογικό αυτοέλεγχο, στην επίγνωση της ενοχής, στην απολογία και στη μεταμέλεια. Αυτό βεβαίως από μόνο του δεν οδηγεί μηχανιστικά στην ηθελημένη και συνειδητή λήθη, στην αμνηστία-αμνησία, στη συγχώρεση και στη συμφιλίωση. Το παράδειγμα του Χούτου μαζικού δολοφόνου Ιωάννη-Δαμασκηνού Ngoboka που κατατρυχόμενος από ενοχή και τύψεις ομολόγησε τη συμμετοχή του στον γενοκτονικό μηχανισμό εναντίον των Τούτσι, εγκλείστηκε στις φυλακές, μεταμελήθηκε και στράτευσε τον εαυτό του σε ενός είδους ατομικό ακτιβισμό για την αλήθεια και τη συμφιλίωση στη Ρουάντα είναι ενδεικτικό μιας ατομικής ψυχοδιανοητικής διαδρομής, ασφαλώς όμως όχι και μιας αναγκαίας και ευκταίας συλλογικής διεργασίας του ιστορικού τραύματος, όπως ηθικοπολιτικά θα επιβαλλόταν. Κανένας, από την άλλη πλευρά, δεν κατηγόρησε τον σημαίνοντα ισραηλινό ιστορικό Omer Bartov επειδή, όντας απόγονος επιζώντων Εβραίων, έγραψε το βιβλίο Ο στρατός του Χίτλερ. Η Βέρμαχτ, οι Ναζί και ο πόλεμος (1992). Κανένας δεν έχει κατηγορήσει -το αντίθετο μάλιστα: του είμαστε ευγνώμονες- και τον αμερικανό ιστορικό Christopher Browning για το γεγονός ότι πάλι το 1992 εκδόθηκε το πρωτοποριακό βιβλίο του Καθημερινοί άνθρωποι. Το εφεδρικό τάγμα 101 της γερμανικής αστυνομίας και η Τελική Λύση στην Πολωνία. Eπίσης πρόσφατα θεωρήθηκε θεμιτό, παρά τις άλλοτε σφοδρές και άλλοτε λελογισμένες ενστάσεις που διατυπώθηκαν σε βάρος του, αυτό που επιχείρησε ο ισπανός συγγραφέας Ξαβιέρ Θέρκας στο ιδιότυπο ιστορικό μυθιστόρημά του Ο μονάρχης των σκιών (2017), δηλαδή να ανασυγκροτήσει άλλοτε με τη χρήση του πρώτου ενικού (ως ανεψιός) και άλλοτε με τη χρήση του τρίτου προσώπου (μιμούμενος τον ιστορικό) τη ζωή και τη δράση ενός θύτη: συγκεκριμένα, ενός ορκισμένου οπαδού του φρανκισμού, ενός φαλαγγίτη, του Μανουέλ Μένα, που σκοτώθηκε στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου. Σύμφωνα με την ανάλυση του Enzo Traverso, με το συγγραφικό αυτό εγχείρημα ο Θέρκας συντελεί στο να θεωρηθεί ακόμα κι ένας φασίστας θύτης όχι σαν ένα απλό γρανάζι του ιστορικού κακού, δηλαδή σαν μια «φασματική πραγματικότητα», αλλά σαν ένα «ανθρώπινο πλάσμα με σάρκα και οστά» (Ιδιότυπα παρελθόντα. Το εγώ στη γραφή της ιστορίας, 140). Φαντάζομαι ότι θα συμφωνήσετε πως το μυθιστόρημα τεκμηρίωσης του Θέρκας δεν συνιστά ασφαλώς έμμεσο διάβημα «αποκατάστασης του φρανκισμού» (Τραβέρσο, ό.π., 141), αλλά αναγκαία ιστορικοποίηση, εγγραφή των ατομικών επιλογών και διαδρομών σε συγκεκριμένα χωροχρονικά πλαίσια. Εξήγηση είτε της συνειδητής επιλογής είτε της καιροσκοπικής ευθυγράμμισης με τον ισχυρό είτε και του καταναγκασμού να γίνει κάποιος φασίστας, ναζί και μαζικός δολοφόνος. Με άλλα λόγια, η βούληση ιστορικής κατανόησης του εχθρού και του θύτη δεν συνεπάγεται ούτε εξίσωση θυμάτων και θυτών, όπως προανέφερα, ούτε συμψηφισμό δεινών (λόγου χάρη στην περίπτωση της ηττημένης Γερμανίας) ούτε όμως και υπόρρητη αναγωγή του θύτη στο μνημονικό καθεστώς του θύματος, άρα έμμεση ιστορική του δικαίωση. Ιστορική κατανόηση του εχθρού και του θύτη δεν σημαίνει υστερόβουλος αναθεωρητισμός, αλλά εμπλουτισμός της ιστορικής πραγματικότητας με σημαντικές αποχρώσεις που καθιστούν ακόμη πιο σύνθετο και πολύπλοκο το «τοπίο της Ιστορίας». Αυτό άλλωστε δεν συνιστά τον πρωταρχικό σκοπό της εργασίας του ιστορικού; Η πιστότερη δυνατή ανασύνθεση του πραγματικού;

Μια τέτοια προσέγγιση, όπως αυτή που σας προτείνω, μας αναγκάζει να μην αποδίδουμε σχεδόν «κληρονομικά» χαρακτηριστικά στη συλλογική ενοχή σαν αυτή να μεταβιβάζεται από γενεά σε γενεά. Μας αναγκάζει να διακρίνουμε την ενοχή από την ηθική, την πολιτική και την ιστορική ευθύνη (για να θυμηθούμε τον Karl Jaspers). Και, παράλληλα, μας ωθεί να κατανοήσουμε το γεγονός ότι και οι κοινωνίες-θύτες διέρχονται από ψυχικές και νοητικές διεργασίες αυτοκάθαρσης που δεν είναι ούτε αυτόματες και μηχανιστικές ούτε γραμμικές και καθολικές ούτε και έχουν συγκεκριμένο τέλος, μια φάση ολοκλήρωσης. Ακόμα και το πένθος, η απώθηση και η συγκάλυψη έχουν ιστορικά συγκείμενα. Συγκροτούν τεθλασμένες γραμμές και διακοπτόμενες τροχιές, αν όχι και παλινδρομήσεις.

Η Γερμανία, η κατ’ εξοχήν χώρα-θύτης -οφείλουμε να το παραδεχθούμε αυτό- είναι αρκετές δεκαετίες ήδη το σημαντικότερο εργαστήριο τραυματικής μνήμης στον κόσμο και όχι η «αμνησιακή χώρα» των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών της απώθησης της ενοχής και της γενικευμένης συγκάλυψης με πρόσχημα την εκσυγχρονιστική οικονομική ανασυγκρότηση στις υπηρεσίες του δυτικού αντικομμουνισμού, πτυχή της οποίας αποτέλεσε και η επιλεκτική ενσωμάτωση ναζί αξιωματούχων στο πολιτικό, γραφειοκρατικό και κοινωνικο-πολιτιστικό κατεστημένο.

Παρά τα χρονίζοντα και σημαντικότατα προβλήματα στις ελληνο-γερμανικές σχέσεις και παρά τη θεσμική άρνηση της καταβολής του κατοχικού δανείου και των αποζημιώσεων, οι σποραδικές ρωγμές που σημειώνονται στον επίσημο λόγο και στις πολιτικές μνήμης της Γερμανίας μετά την επανενοποίηση, καθώς και η ενεργοποίηση της κοινωνίας των πολιτών είναι γεγονότα που δεν πρέπει να περνούν απαρατήρητα.

Όπως υποστηρίζει ο Πωλ Ρικέρ, συνιστά μορφή παθογένειας της ιστορικής συνείδησης τόσο η υπερβολική λήθη όσο και η πλησμονή μνήμης, ιδίως τραυματικής, ειδικά όταν η τελευταία εργαλειοποιείται και πολιτικοποιείται με σκοπό τη συγκρότηση ακτιβιστικών κινημάτων και πολιτικών ταυτότητας που αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων δημόσιας ή διεθνούς ορατότητας.

 

Γ. Αξιολόγηση της ποιότητας του προγράμματος

Το πρόγραμμα MOG και οι αξιόλογοι συντελεστές του προσέτρεξαν στους επιζώντες μάρτυρες της ναζιστικής βίας, αλλά και της οργανωμένης αντίστασης στις δυνάμεις του Άξονα, έχοντας ως αξιακό πρόταγμα την ιστορική αλήθεια και προσεγγίζοντας τη μνήμη κατά κύριο λόγο ως μία από τις κύριες ιστορικές πηγές για την περίοδο της μελέτης τους και όχι τόσο ως αύταρκες μνημονικό αρχείο ή ως ιερή αγωνιστική παρακαταθήκη, παρά την προφανή και δηλωμένη ευγνωμοσύνη ή και το δέος που αισθάνονται, όπως και όλοι και όλες μας άλλωστε, για τους μάρτυρες. Ο κύριος σκοπός τους, δεν ήταν η αποθησαύριση των μαρτυριών, ως μια οφειλόμενη πράξη ιερού καθήκοντος, λες κι από μόνες τους οι μαρτυρίες θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την όρεξη του σημερινού αναγνώστη (εκπαιδευτικού, μαθητή, πολίτη) για γνώση, ενθύμηση, απόδοση τιμής, συγκίνηση. Απεναντίας, σκοπός τους ήταν ο πολυπρισματικός φωτισμός της περιόδου της Κατοχής και της Αντίστασης μέσα από αυτό το εξαιρετικής σημασίας μνημονικό αρχείο στο πλαίσιο συγκεκριμένων μεθοδολογικών, εννοιολογικών και διδακτικών πρωτοκόλλων που προτείνονται με βάση την εργαλειοθήκη της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας της Διδακτικής της Ιστορίας, ώστε να διευκολυνθεί η ουσιαστική γνωριμία εκπαιδευτικών και μαθητών με μια από τις πιο κρίσιμες και τραυματικές περιόδους της νεοελληνικής ιστορίας. Αυτό όμως δεν επεδίωξαν να γίνει μέσω του διαύλου της συγκίνησης, του εθνικού μαρτυρολογίου και της παθητικής ενσυναίσθησης, όπως συνηθίζεται σχεδόν αταβιστικά στα εκπαιδευτικά προγράμματα, στις εθνικές επετείους και στις μνημονικές πρακτικές.

 

Δ. Σαν ανοικτή επιστολή στην Πέπη Ρηγοπούλου

Και ένας τελευταίος λόγος για ορισμένους επικριτές του προγράμματος. Αυτούς που εγώ προκρίνω ως συνομιλητές μου για την περίσταση.

Θαυμάζω την κυρία Πέπη Ρηγοπούλου επειδή, κατά τη γνώμη μου, είναι μια από τις λίγες «φλεγόμενες βάτους» της σύγχρονης ελληνικής διανόησης διαθέτοντας σημαντικό και πρωτότυπο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, παράλληλα όμως και επειδή, με την αποδεδειγμένη γενναιότητα, τη διανοητική τιμιότητα και τη σεμνότητα που τη διακρίνει, αποτελεί τη ζωντανή μνήμη του αντιδικτατορικού Αγώνα και της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πρόκειται για μια ακέραια ηθική συνείδηση που γρηγορεί μετασχηματίζοντας την κυριολεκτική μνήμη της δικής της οδύνης και των δικών της ιστορικών τραυμάτων (προσφυγική μνήμη και 17 Νοέμβρη 1973) σε παραδειγματική μνήμη ώστε να συμβάλει στην αποτροπή των δεινών που μαστίζουν τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας. Παρ’ όλα αυτά και παρά τον διακηρυγμένο θαυμασμό μου για την προσωπικότητα και το έργο της, δεν βρίσκω σοβαρό έρεισμα για να συμμεριστώ την επικριτική σφοδρότητα των ενστάσεών της για το πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής», όπως αυτή εκφράζεται κυρίως από τις επιφυλλίδες της στην Εφημερίδα των Συντακτών (βλ. ενδεικτικά το φύλλο της 10ης Νοεμβρίου 2021). Δηλώνω επίσης ευθαρσώς ότι διαφωνώ ριζικά μαζί της για την απαξίωση του ενδεχόμενου -κάτι μάλλον ουτοπικό, αλλά εγώ πιστεύω στις ουτοπίες- να διαμορφωθεί κάποτε μια «κοινή κουλτούρα μνήμης» στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μακάρι να το ζούσαμε αυτό. Είναι, άλλωστε, προϋπόθεση για τη διαμόρφωση ταυτότητας ευρωπαίου πολίτη.

Αν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί της κυρίας Ρηγοπούλου ή μάλλον οι υπόρρητοι φόβοι της, είναι αυτονόητο για μένα ότι ο Αργύρης Σφουντούρης, πρωτομάστορας του αγώνα για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας και την αναγνώριση των αποτρόπαιων μαζικών εγκλημάτων του ναζισμού στην Ελλάδα, αλλά και επίτιμος διδάκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, δεν θα συνεργαζόταν με το πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής». Δεν θα κατέθετε τη δική του πολύτιμη μαρτυρία. Ούτε όμως και θα επέτρεπε να εκδοθεί η βιογραφία του που συνέγραψε ο Πάτρικ Ζάιμπελ στην ελληνική (εκδόσεις Βεργίνα) και τη γερμανική γλώσσα με τη συνδρομή του Ελληνο-γερμανικού Ταμείου για το Μέλλον. Από τη δική μου πλευρά, δεν μπορώ να ξεχάσω ότι με πόρους που αντλήθηκαν από το ίδιο Ταμείο κατέστη δυνατή η έκδοση (με συγχρηματοδότηση) της μονογραφίας της Ζέτας Παπανδρέου, διδάκτορος του ίδιου Τμήματος και μέλους του προγράμματος «Μνήμες Κατοχής», με θέμα τη Σφαγή του Διστόμου και τη διαχείριση της τραυματικής μνήμης από την τοπική κοινωνία (εκδόσεις Ταξιδευτής). Πρόκειται για ένα ογκώδες βιβλίο, στο οποίο αναλύεται σε ένα από τα εκτενέστερα κεφάλαιά του η σημασία των διεκδικήσεων των Διστομιτών -συμβολικών, ηθικών και οικονομικών στο πλαίσιο συμφωνιών επανορθωτικής και μεταβατικής δικαιοσύνης-, καθώς και η ιστορία του δικαστικού αγώνα της οικογένειας Σφουντούρη και ευρύτερα του Διστόμου και άλλων μαρτυρικών χωριών και πόλεων. Αν ίσχυε η τοξική συνωμοσιολογία που έχει αναπτυχθεί, δυστυχώς όχι μόνο στο διαδίκτυο, δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει πραγματικότητα αυτές οι εκδόσεις, αφού έστω και μακροπρόθεσμα από την ίδια τους τη φύση απονομιμοποιούν τις πρακτικές λήθης και συγκάλυψης του επίσημου γερμανικού κράτους.

Αυτό, από την άλλη πλευρά, δεν σημαίνει ότι πρέπει και να εξιδανικεύσουμε το πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής». Κρίνουμε σκόπιμο να εντοπιστούν με καλοπροαίρετο τρόπο τα ενδεχόμενα προβλήματα ώστε το σύνθετο αυτό εκπαιδευτικό εργαλείο, το οποίο έχει ήδη υποστεί ευεργετικές διορθώσεις από τους συντελεστές του -είτε αυτές αφορούσαν σφάλματα είτε καίριες παραλείψεις-, να γίνει ακόμα πιο αποτελεσματικό για την καθολική ιστορική αυτογνωσία, πρωτίστως όμως για την ελληνική, αλλά και τη γερμανική -το τονίζω αυτό- ιστορική εκπαίδευση.

Με άλλα λόγια, είναι θεμιτή η αντίδραση και γόνιμες οι κριτικές επισημάνσεις, ακόμα και η πολεμική, αλλά η οργή και η μνησικακία σε συνδυασμό με την αυτάρεσκη ομφαλοσκόπηση και την εύκολη λύση της αναζήτησης σκοτεινών κέντρων δεν επαρκούν για να αλλάξουν τον κόσμο προς το καλύτερο. Είναι εύλογο να υποθέσετε ότι αναφέρομαι σε όλους αυτούς που συνδέουν το επιστημονικό και εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Μνήμες Κατοχής» με την πρόσφατη κινηματογραφική ταινία «Καλάβρυτα 1943», αλλά και με ιστοριογραφικά έργα, επιδιώκοντας να διασπείρουν στην κοινή γνώμη την θέση τους ότι συνδυαστικά εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό: την προώθηση της εξωτερικής πολιτικής της Γερμανίας για το κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις.

Το πλούσιο υλικό μαρτυριών που παρατίθεται και ιστορικοποιείται στο μνημονικό αρχείο του προγράμματος «Μνήμες Κατοχής», σε συνδυασμό με τις εύστοχες διδακτικές και μαθησιακές δράσεις που το πλαισιώνουν, ενδυναμώνει μέσω της ποικιλίας και της πολυπρισματικότητάς του την ιστορική κουλτούρα, σκέψη και συνείδηση. Επομένως, και τη συλλογική αυτογνωσία και των δύο λαών, Ελλήνων και Γερμανών. Αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν σκόπιμα ή από ολιγωρία οι υπεύθυνοι και οι συντελεστές του προγράμματος αποπλαισίωναν τις μαρτυρίες, τις χρησιμοποιούσαν επιλεκτικά ή τις διαστρέβλωναν.

[1] Ο Γιώργος Κόκκινος είναι Καθηγητής Ιστορίας και της Διδακτικής της στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.


Συντάκτες

Ενημερωτικό δελτίο