Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Μνήμη του φίλου μου, Νικήτα Παρίση
pic

[02/01/2022]

Μνήμη του φίλου μου, Νικήτα Παρίση

της Κλεοπάτρας Δίγκα

Λευκάδα, 13 Σεπτέμβρη 2021

Πώς να χωρέσει σε ένα μικρό σημείωμα μια σχέση 30 χρόνων. Μια σχέση που από συναδελφική, σιγά σιγά μεταβλήθηκε σε μια βαθιά φιλία εξομολογητική για ό,τι μας βασάνισε, για  ό,τι μας αντάμειψε. Συνήθως οι στενές φιλίες χτίζονται πάνω σ’ αυτό που μας πονάει πρώτα, μετά έρχονται τ’ άλλα.

Ήταν των χαμηλών τόνων ο Νικήτας, έτσι είναι  οι άνθρωποι που πιάνουνε τους βυθούς. Μα και των πολύ λεπτών τόνων κι αποχρώσεων. Μια ακουαρέλα ήταν, τοπίου μοναδικού για έμπειρο μάτι. Από κείνες που ο ευαίσθητος ζωγράφος φτιάχνει όχι σαν γρήγορη σημείωση, αλλά μετά από βαθιά συγκίνηση και στοχασμό για το θέμα του, τα συγκρατεί και τα δύο στο χαρτί μέσα στην εικόνα. Στη βουή του επιδεικτικού κόσμου που μας κύκλωνε, πάντα ξένος. Κι όμως. Ξένος και γειωμένος έσερνε το νήμα που του ‘ταξε η ζωή του με άκρα  ποιότητα, συνέπεια αλλά και μια κρυφή οδύνη, αυτή που ανέβλυζε σε κείνα τα τηλέφωνα ώρα επτά την Κυριακή το βράδυ, όταν τον έδινε στο τηλέφωνο η Τίκα, η αγαπημένη του σύντροφος.

Σε όσους μας τάζει από επιλογή ή τύχη να βρεθούμε στον ρόλο του δάσκαλου, του παιδαγωγού - γιατί όλοι ρόλους διαλέγουμε, ή διαλέγει για εμάς η ανάγκη - δεν ξέρουμε  τίποτα για τη φύση μας, αν μας ταιριάζει ή αν το μπορούμε να ζήσουμε μ’ αυτόν. Κάποιοι τον ζουν συμβατικά, ένα επάγγελμα όπως όλα, σε κάποιους καθόλου δεν τους αρμόζει. Είναι όμως και κάποιοι άλλοι, λίγοι, ολίγιστοι, που άξαφνα βρίσκονται μπρος στη θεία χάρη και νοιώθουν πως γεννήθηκαν γι’ αυτόν, κι ο ρόλος γίνεται σάρκα από τη σάρκα τους και χρέος. Είναι συνήθως αυτοί που ξέρουν ν’ αγαπούν. Κι η αγάπη είναι χρέος. Ένας απ’ αυτούς τους τελευταίους ήταν ο Νικήτας. Ακραία ερωτικός, με το πάθος που τον διέκρινε στο έργο του, έγινε «Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ». Τίτλος που στάθηκε η πηγή κάθε δικαίωσης και ανταμοιβής, που τη δεχόταν μετρημένα, με την αισθητική που χαρακτήρισε όλον του τον βίο. Το έργο του πυκνό και άφθονο, απλώθηκε από το κοίταγμα κατάματα στην κάθε ψυχή παιδιού μέσα στην τάξη, μα και σε τόμους πολλούς σαν χειραψία στοργής στους νεότερους δασκάλους. Αλλά και σε γραφές βιβλίων ποίησης και πεζογραφίας, ιδιωτικά σκιρτήματα βραδινών ωρών, χωρίς πανοπλία. Καταγραφές προσωπικής αλήθειας υψηλής ευαισθησίας, λεπτότητας, ποιότητας.

«Έχω κάνει εκατό παρουσιάσεις βιβλίων, ποτέ όμως κάποιου που δεν μου αρέσει». Έτσι μου είπε με κάποιο καμάρι όταν τον κάλεσα να μιλήσει και για το  δικό μου πόνημα. Αλίμονο, θα ήταν και η τελευταία παρουσίαση που έκανε. Αρχή καλοκαιριού ήταν. Στη μέση του θα μας άφηνε για πάντα. Εκείνη τη βραδιά στο αίθριο του φίλου των νιάτων κι εκδότη μου, του Σάμη του Γαβριηλίδη -άλλη πληγή της ψυχής μου το φευγιό του- ο Νικήτας, εκτός της εξαιρετικά βαθιάς ματιάς του στη δουλειά μου, με τίμησε και μ’ ένα δώρο αναντάλλαχτο, που έμοιαζε να το φύλαγε καιρό. Μίλησε προλογικά για τη σχέση που είχαμε οι δυο μας, σ’ αυτή την «συνεργατική  συστεγεία», όπως την ονόμασε τότε, για το πώς με έβλεπε ο ίδιος και για την παρουσία μου μέσα στο σχολείο. Μου το παρέδωσε αυτό το δώρο, κείνο το βράδυ, δημόσια, να το ακούω και να γεμίζουν τα μάτια μου.

Κοίταζα από το τζάμι του γραφείου του. Αν ήταν μόνος πάντα κάτι θα έγραφε. «Να μπω;» «Έλα», μου έκανε νόημα με το χέρι, χαμογελώντας. Αισθανόμουν ότι αυτές οι εισβολές μου ήταν πάντα καλοδεχούμενες και τον ευχαριστούσαν. Μια τομή στη ρουτίνα του «ωρολογίου προγράμματος» ήταν. Αλίμονο, δεν υπάρχει  καθημερινή δουλειά που δεν την έχει. Ήταν εκείνα τα τεταρτάκια στο γραφείο του, που γινόμαστε αυτοί που είμαστε και εκτός. Χωρίς τίτλους, χωρίς ρόλους. Καμιά φορά έμπαινα μ’ ένα χαρτάκι που είχα γραμμένη μια εικόνα, μια σκέψη. Την πήγαινα στον Δάσκαλο. Έμοιαζε να το διασκεδάζει πολύ αυτό. Την επέκτεινε ή έβρισκε ανάλογο ή και σχετικό που είχε γράψει ή πει κάποιος άλλος. Θησαυρός  βιβλιογραφίας ήταν το κεφάλι του. Άλλοτε ανταλλάσσαμε κάτι που είχε ειπωθεί στην τάξη από κάποιο παιδί, ανύποπτα, από κείνα τα σπάνια σαν νέκταρ που μαζεύουμε εμείς, εκστατικοί  για την απλότητα της αλήθειας τους που μοιάζει ξαφνικά να ερμηνεύουν τον κόσμο όλο. Συχνά πυκνά η συζήτηση κατέληγε σε σκέψεις εφαρμογής στην πράξη. Ο πιο ελεύθερος, ο πιο γόνιμος παιδαγωγικός αλλά και ψυχικός χρόνος ήταν γι’ αυτό που κι οι δυο τόσο αγαπούσαμε. Έτσι, τελειώνοντας το τεταρτάκι μας, παίρναμε δύναμη μ’ ένα στίχο από τους σπουδαίους ποιητές μας, πάντα ανάλογο και φτερωμένοι, ριχνόμαστε  στην τάξη με το λουλούδι της έμπνευσης στα χείλη.

Φίλους ψυχής ελάχιστους θησαυρίζουμε στη ζωή. Όταν φεύγει τέτοιος φίλος, νιώθεις την παγωνιά της μοναξιάς. Κι αυτή δε φεύγει. Είναι πάντα εκεί, μέχρι που κι εσύ φεύγεις.

Η Κλεοπάτρα Δίγκα είναι ζωγράφος.

Ενημερωτικό δελτίο