ShareThis
Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!

Άρθρα

Σχεδόν συγγενείς
pic

[02/1/2002]

Σχεδόν συγγενείς

της Μαρίας Στασινοπούλου

Τον Νικήτα Παρίση τον ήξερα πολύ πριν τον γνωρίσω από κοντά και συνδεθούμε με αδελφική φιλία, που κράτησε ακμαία ως τον αδόκητο, ξαφνικό θάνατό του. Όντας φοιτήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, του γνωστού σήμερα ως Ε.Κ.Π.Α., τη δεκαετία του ’60, είχα πολλές συμφοιτήτριες από τον Πειραιά που έπιναν νερό στο όνομά του. Τον είχαν δάσκαλο στο φροντιστήριο του Παπατζανάκη και απ’ αυτόν έμαθαν τι θα πει μαγεία της διδασκαλίας που εδράζεται στη γνώση και πυροδοτείται από την αγάπη γι’ αυτό που κάνεις∙ τι θα πει «παιδαγωγικός έρωτας». Ύστερα, καθηγήτρια πια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, χρησιμοποιούσα ως ευαγγέλιο τα βιβλία του, με μεθοδικές ερμηνείες για τα κείμενα, καθώς και τα δοκίμιά του για τον Παπαδιαμάντη, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Ελύτη. Από τον Θέμελη, τον Κουλουφάκο, τον Μαρωνίτη, τον Σαββίδη, τον Δάλλα, τον Φάνη Κακριδή και τον Παρίση οδηγηθήκαμε στους δικούς μας  διδακτικούς δρόμους, αυτούς που δεν μας πρόσφερε η επίσημη πολιτεία. Το ίδιο χρηστικό αποδείχθηκε και το ευσύνοπτο Λεξικό λογοτεχνικών όρων (2000), που εξέδωσε μαζί με τον γιό του Γιάννη.

Ο Νικήτας ήξερε σπουδαία γράμματα και ήταν αυτός που έλυνε πάντα οποιαδήποτε μεταφραστική απορία, αμφιβολία στη γραμματική ή  το συντακτικό, στην ερμηνεία  αρχαίου κειμένου, με παραδείγματα και παραπομπές. Την ίδια υποστηρικτική συμπεριφορά είχε σε θέματα νεοελληνικής λογοτεχνίας και παιδαγωγικών. Αν καταρτίζαμε έναν πίνακα με τους δέκα υποδειγματικούς φιλολόγους του 20ου αιώνα, ο Παρίσης θα ήταν σίγουρα μέσα.

Όντας για πολλά χρόνια διευθυντής στο γυμνάσιο των Εκπαιδευτηρίων Ζηρίδη οργάνωσε, εκτός από το σχολείο, και διάφορα σεμινάρια διδασκαλίας της λογοτεχνίας, τα οποία δεν έχανα ποτέ. Εκεί ήρθαμε πιο κοντά, συνάφεια που εξελίχθηκε σε φιλία και στη συνέχεια γίναμε σχεδόν οικογένεια. Βρισκόμαστε συχνά, με τον Νικήτα και τη γυναίκα του την Τίκα, απολαμβάναμε εξαιρετικά εδέσματα και ποτά, στο σπίτι ή σε επιλεγμένα εστιατόρια (αγαπούσε το εκλεκτό φαγητό και τα γευστικά κρασιά), πηγαίναμε μαζί διακοπές, χωρίς ποτέ και από τίποτε να σκιαστεί  η σχέση μας. Η ανταλλαγή σχολίων για ό,τι έγραφε ο καθένας μας, αλλά και για ό,τι διαβάζαμε, αποτελούσε καθημερινότητα. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στη Σκιάθο, όπου μας φιλοξενούσαν στο πατρικό τους σπίτι, αξέχαστες στιγμές ευφορίας και ξεγνοιασιάς, μία η ώρα τη νύχτα, από τα διπλανά δωμάτια που χωρίζονταν με γυψοσανίδες τον Δημήτρη (Δασκαλόπουλο) και τον Νικήτα να προσπαθούν να ταυτίσουν, από μνήμης, κάποια χρονολογία στον Καβάφη.

Η εικόνα που είχαν όλοι για τον Παρίση ήταν ενός ευγενικού, συγκρατημένου ανθρώπου, που δεν ανοιγόταν εύκολα. Το χιούμορ και η φιλοπαίγμων διάθεσή του έβγαιναν βέβαια στο λόγο του, για όποιον είχε τις αντένες να τα καταλάβει. Στην παρέα όμως αυτά τα στοιχεία τον έκαναν αξιαγάπητο. Κουβαλούσε μία πίκρα, μια θλίψη, θα έλεγα, που με τα χρόνια εξελίχθηκε σε ενσυναίσθηση αλλά δεν έγινε ποτέ κακία, από τα στερημένα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, με τις δυσκολίες του πολέμου και της Κατοχής, με τον πατέρα στην εξορία και τη μάνα από νωρίς στην άλλη ζωή. Αυτά τα τραύματα πέρασαν αργότερα στον δημιουργικό του λόγο. Στα διηγήματα Τα κόκκινα στραγάλια (2008), Θα ’ναι νύχτα και Αύγουστος (2010) και στο μυθιστόρημά Όλα τα τρώει η σκουριά (2014). Στα βιβλία του η ιστορική και πολιτική διάσταση συνυπάρχει με τις προσωπικές αναζητήσεις, τις απώλειες και τα τραυματικά αδιέξοδα.

Έχω επανειλημμένως μιλήσει για τα κείμενα του Παρίση, με αντικειμενικότητα, χωρίς να αφήσω τη φιλική σχέση να με παρασύρει σε μεροληπτικές εκτιμήσεις. Εδώ θα ήθελα μόνο να σταθώ για λίγο στη γλώσσα του. Πλούσια και ευρηματική, σε όλη τη συγχρονία και τη διαχρονία της, με συνδυασμούς αναπάντεχους και χαρακτηρισμούς ποιητικούς. Με επίθετα χαρακτηριστικά, όχι κοσμητικά, που εντυπωσιάζουν.  

Ας μου επιτραπεί να κλείσω, αυτό το σύντομο επιμνημόσυνο κείμενο, με μια παρατήρηση που με αφορά, γιατί είναι από τα πιο ωραία σχόλια που έχω ακούσει για τη γραφή μου. Όταν τον Απρίλιο του 2011 παρουσιάστηκε στα Μέγαρα Αττικής το βιβλίο μου Κυρία, με θυμάστε; – μοναδική στιγμή στη ζωή μου –  βασικός ομιλητής, μαζί με παλιούς μαθητές μου, ήταν ο Νικήτας, στην ανυποχώρητη επιμονή άλλωστε του οποίου πιστώνεται και η τελική επιλογή του τίτλου, ανάμεσα από διάφορες εκδοχές που είχαμε συζητήσει. Από όσα ουσιαστικά και τιμητικά  είπε για μένα, κράτησα μια φράση για την ποιότητα του λόγου μου. «Ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του βιβλίου», είπε ο Νικήτας Παρίσης, «είναι τα ωραία ελληνικά, η στρωτή, η ζυγιασμένη, η καλοδουλεμένη γλώσσα∙ η γλώσσα με την ισορροπημένη κινητικότητα, με τον σωστό κυματισμό και με την επιλογή της καίριας λέξης. Η ωραία, λοιπόν, γλώσσα, τα μεταξωτά ελληνικά – δεν υπερβάλλω» (η υπογράμμιση δική μου).

 Αυτά τα «μεταξωτά ελληνικά» αγωνίζομαι να κρατήσω σε κάθε τι που γράφω και την ίδια παρατήρηση επιστρέφω με αγάπη στον εμπνευστή της, στα δικά του κείμενα.

 

Η Μαρία Στασινοπούλου είναι συγγραφέας - κριτικός λογοτεχνίας.

Ενημερωτικό δελτίο